Ο Haneke συνθέτει το δικό του πάζλ, από ανυπόστατους χαρακτήρες, και συγκυρίες που δεν τυχαίνουν παρά μόνο πετυχαίνουν, σε ένα τερέν που η πραγματικότητα πολεμά τον σουρεαλισμό, και η ελπίδα τα βάζει μάταια με την βίαια συνειδητοποίηση της καταδικασμένης σωτηρίας.
Η υπομονή του θεατή θα δοκιμαστεί, μαζί με την τύχη της οικογένειας, που βασανίζεται παρασκηνιακά, με το αίμα στα ρούχα να φανερώνει (και να κρύβει συγχρόνως) ανοιχτές πληγές, τις απόμερες κραυγές να φωνάζουν για τα off-screen βασανιστήρια, την ίδια στιγμή που η τηλεόραση και το ράδιο αναλώνονται σε καταστροφικές εικόνες, ντυμένες με μαζοχιστικούς ήχους.
Το κουρδιστό πορτοκάλι μετατρέπεται σε σπασμένο αυγό, και τα νοήματα των παιχνιδιών δεν ξεφεύγουν πολύ από την αριστουργηματική έμπνευση του Kubrick που προηγήθηκε κατά σχεδόν 4 δεκαετίες αυτής του Haneke. Αυτό που καταφέρνει ο τελευταίος πιο εύκολα όμως, είναι να αρπάξει τον θεατή από το λαιμό, και χωρίς ανάσα να τον ρίξει στο παιχνίδι που οι μαριονέτες του ξεκινούν, και σαν τα θύματα της ταινίας, να μπλεχτούν με τους θύτες, μόνο για να συνειδητοποιήσουν ότι η υπεροχή δεν τους ανήκει.
Κι αν αναρωτιέστε σε ποια από τις δύο εκδοχές της ταινίας αναφέρομαι, παίξ’τε το κορώνα γράμματα, ή μετρήστε το α-μπε-μπα-μπλομ…
