Showing posts with label Casey Affleck. Show all posts
Showing posts with label Casey Affleck. Show all posts

Tuesday, October 14, 2008

Gerry (2002)

Όχι τόσο ταινία, όσο ένα επικό οπτικό ταξίδι στην έρημο της ανθρώπινης απομόνωσης. Με τη φύση να εγκλωβίζει στα καρέ τις απροσδιόριστες ανθρώπινες μορφές, και τα συναισθήματα να ξεχειλίζουν στα απρόσμενα και κλειδωμένα κοντινά πλάνα, τον διάλογο να εμφανίζεται μόνο όταν είναι απόλυτα απαραίτητος, και την υπόθεση να απουσιάζει παντελώς, ο Gus Van Sant, παρουσιάζει στο δικό του υβριδικό δημιούργημα, κάτι που μοιάζει με φυσική εμπειρία που αρχίζει εκεί που τελειώνει ο ρεαλισμός.

Αν και μυστηριώδης, προκαλεί τον θεατή να μείνει μακρυά από ερμηνείες και ξεσκεπάσματα κρυφών νοημάτων, διατηρώντας μια μινιμαλιστική εξέλιξη που έχει σκοπό να τον παρασύρει σε ένα παράλληλο εσωτερικό ταξίδι εξερεύνησης των δικών του προσωπικών ορίων και αντοχών. Μόνο με το τέλος της ταινίας, που δεν σημαίνει και το τέλος του ταξιδιού, κι έχοντας εξαντλήσει τις συναισθηματικές αναζητήσεις, μπορεί το μυαλό να ταυτοποιήσει όσα είδε με όσα φαντάστηκε ότι είδε, σε ένα σουρεαλιστικό ερμηνευτικό μονοπάτι που διακρίνεται τόσο εύκολα, όσο εύκολα χάνεται.

Στο μυστήριο συμβάλουν κι εναλλαγές του σκηνικού, που αν και παραμένει συνεχώς τόσο απέραντο που καταλήγει εγκλωβιστικό, μεταμορφώνεται για να "ντύσει" ή και να προκαλέσει ακόμα τον τρόμο που συνοδεύει κάθε καταδικασμένη σε αποτυχία, προσπάθεια οποιασδήποτε μορφής.



Αν και μερικά σκηνοθετικά τεχνάσματα δημιουργούν εμβόλιμες ακολουθίες που σε στιγμές θα σ'αφήσουν με το στόμα ανοιχτό, οι γενικότεροι ρυθμοί της ταινίας, την ανάγουν σε δοκιμασία υπομονής, εκτός των άλλων, και γι' αυτό το λόγο το κοινό της είναι περιορισμένο. Οι κώδικες άλλωστε που αναπτύσσονται μέσω των εικόνων σε συνδυασμό με ένα υποχθόνιο γλωσσολογικό επίπεδο που προκύπτει από τους ελάχιστους διαλόγους, δημιουργεί έναν ατμοσφαιρικό γρίφο, που στροβιλίζεται γύρω από τις εκπληκτικές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών, αλλά απαιτεί μεγάλη προσήλωση αν θες να διατηρήσεις το ενδιαφέρον σου μέχρι το τέλος, για απαντήσεις. Φαντάζομαι η προβολή της σε μια ερημική κινηματογραφική αίθουσα θα ήταν η καταλληλότερη επιλογή.

Από τις κριτικές που διάβασα για την ταινία, πέτυχα μια πλειοψηφία ανθρώπων που την όριοθέτησαν στην συνάντηση άλλων ταινιών, και αν και παραμένει εξαιρετικά πρωτότυπη, κάποιοι θεματικοί άξονες της σε συνδυασμό με μερικές καθαρά δικές μου ερμηνευτικές προσεγγίσεις, θα με οδηγούσαν να πω, αν χρειαζόταν να επιλέξω, ότι το Gerry αποτελεί την συνάντηση της Θυσίας του Tarkovsky με το Brokeback Mountain του Lee.

ΥΓ. Δεν γίνεται παρά να αναφέρω ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερη μουσική επένδυση για το Gerry από τα μινιμαλιστικά αριστουργήματα του Arvo Pärt, και πίσω από την -μεμιάς- εντυπωσιακή κινηματογράφηση κρύβεται κι ένα ελληνικό ενδιαφέρον στο όνομα του Harris Savides.

Wednesday, January 30, 2008

The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford (2007)

Πόσο κοντά σε έναν άνθρωπο ζωντανό, θρύλο, μπορείς να σταθείς, χωρίς να μαγευτείς; Τι συμβαίνει αν σ'όλη σου τη ζωή κρατούσες ζωντανό το θρύλο ενός ανθρώπου, για να ανακαλύψεις ότι αυτός δεν υπάρχει; Σε τι χαρακτήρα κρύβεσαι, όταν το είδωλο σου παρουσιάζεται κούφιο;

Μια συμμορία, εγκλωβίζει το χώρο σε δυο διαστάσεις. Στο μικρόκοσμο της φήμης, ξετυλίγουν τις δυνάμεις τους, κλέβουν και λεηλατούν, κρύβουν την αληθινή τους ταυτότητα και χτίζουν μύθους, με τρύπια σεντόνια για μάσκες, που ανατριχιάζουν τους μεγάλους, και γίνονται κρεβατο-ιστορίες για μικρά παιδιά.

Όταν όλες οι μάσκες πέφτουν, ωστόσο, ένας άνθρωπος κρατά το πρόσωπο του σκοτεινό. Τα μάτια του σε διαπερνούν, και όσο θαρραλέος κι αν είσαι, η δύναμη της ματιάς σου δεν μπορεί να εισχωρήσει πίσω από αυτά. Ένας άνθρωπος που ξεπερνά τις δυο διαστάσεις και ζει σε μια τρίτη δική του, που υφίσταται σαν στρώμα πάνω από τον αληθινό κόσμο, και σκεπάζει με το διάφανο φόντο του, καθετί που βρίσκεται γύρω του.

Ένα στοιχείο που για να επεξεργαστείς, πρέπει να σταθείς ενεργός δίπλα του σε έναν κόσμο κλειδωμένο. Ακόμα όμως, κι όταν βρεις ένα άνοιγμα, η κυριαρχία του πάνω σου, δε σταματά. Ένα άγρυπνο μάτι, ένα ανήσυχο μυαλό, μια αέναη ανάσα, ένα αστραφτερό δάκρυ, μια απροσπέλαστη σκιά, διαρκώς σε μια ατέρμονη επανάληψη.

Ένας εγκλωβισμός με το φόβο να σε διώχνει μακριά και τη σκιά να σε τραβά ολοένα και πιο πολύ σ'αυτό, που πάντα θαύμαζες, σ’αυτό που πάντα φοβόσουν να γίνεις. Όταν η ταύτιση όμως, με το αντικείμενο του πόθου σου, γίνει ασήκωτο βάρος, τότε η μια πλευρά του κάδρου πρέπει να σπάσει. Η αυθεντική εικόνα ή το είδωλο, πρέπει να εξαφανίστει.

Πώς κοιτάς τον εαυτό σου στα μάτια, όταν το χέρι σου τον σημαδεύει με ένα όπλο; Πώς μπορείς να σκοτώσεις τον εαυτό σου, παραμένοντας αλώβητος; Πόσο θάρρος χρειάζεται για να μείνεις στην ιστορία δειλός; Πόση δειλία συγχωρεί η ιστορία με θάρρος;

ΥΓ1: Δε χωρά ανάλυση σε μια κριτική γι’αυτην την ταινία. Σημασιολογικά στέκεται άψογα, αλλά σαν να μην έφτανε αυτό, τεχνικά είναι αρτιότατη.160 λεπτά, γεμάτα με τόσο καλοστημένα και προσεγμένα κάδρα, ένα portfolio με πανδαισία από συναισθηματικά ποτισμένα ενσταντανέ και μια μουσική επένδυση, που σηματοδοτεί την έναρξη και τη λήξη των κεφαλαίων, σε ένα βιβλίο, που τα γεγονότα μπλέκουν με τη φαντασία, κι η ιστορία με τα συναισθήματα.

ΥΓ2: Ο αλαζονικά ταλαντούχος Brad Pitt παρουσιάζει έναν ιδανικό Jesse James, που κρύβεται στο φαίνεσθαι, αλλά αποκαλύπτει ολόκληρο τον κόσμο του στο alter ego του, ενώ η αυτοπεποίθηση της ερμηνείας του, αφήνεται στην σιγουριά της αυτοκαταστροφής, που οδηγεί στη λύτρωση. Η σύνδεση με την πραγματικότητα είναι τρομακτική.

ΥΓ3: O Casey Affleck είναι η αποκάλυψη της χρονιάς. Μακάρι να μην του στερηθουν άλλοι, τέτοιου είδους, ρόλοι.

Saturday, January 26, 2008

Gone Baby Gone (2007)

Παιδιά, αγάπη, φιλία, παιδοφιλία.
Κορμί, έρωτας, ηδονή, διαστροφή.

Ένας κόσμος αθωότητας, κι ένας κόσμος φθοράς στην ίδια γη. Ότι ξεκινά ωραίο, αναγκασμένο να συνυπάρξει με την ωριμότητα, καταλήγει ιδιοτελές και κερδοσκοπικό. Ψυχές τυλιγμένες σε σάπια σώματα, καταδικασμένες σε μια πνευματική φθορά. Απάτη και πλεκτάνες με επιδερμικές προφάσεις και ανέλπιδες προστασίες, μυστικά που γαντζώνονται στο σκοτάδι και φέρνουν στο φώς αλήθειες που πονάνε, και διχασμένες επιλογές που δεν μπορούν παρά να αφήσουν ανάμεικτα συναισθήματα στην σκιά τους.

Μερικοί άνθρωποι θα έχουν το θάρρος να εναντιωθούν σ’ αυτήν την απροσπέραστη πορεία και να τα βάλουν με το σύστημα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα καταστρέψουν ο,τι είχαν ωραίο στη δική τους ζωή. Στο τέλος, η απορία του τι αξίζει και τι όχι, παραμένει αναπάντητη, αλλά το γέλιο ενός παιδιού, ζωγραφίζει τον κόσμο με χρώματα που αναιρούν καθετί κακό.

Μια ιστορία σκληρή για ευαίσθητες καρδιές, που δεν υπερβάλει, ούτε ωραιοποιεί τα πράγματα, αλλά παρουσιάζει με ένα θλιβερό φίλτρο μια υπόθεση απαγωγής που κρύβει πολλά περισσότερα από αυτά που δείχνει. Η αναζήτηση της αλήθειας γίνεται αυτοσκοπός, και χάνει τη σημασία της όταν η αντοχή των ανθρώπων απέναντι της, πρέπει να δοκιμαστεί.

Πολύ φρέσκια η σκηνοθεσία του Ben Affleck, που αν και χρησιμοποιεί κάποια κοινά τεχνάσματα για να εντυπωσιάσει, σε γενικές γραμμές μένει πιστός στην απλότητα των εικόνων αναδεικνύοντας τα συναισθήματα με μια εκθαμβωτική εναλλαγή θορύβων και σιωπών. Τα κάδρα του είναι όσο γεμάτα όσο πρέπει, επιτρέποντας στον θεατή να συμπληρώσει με τη ψυχολογία του, τις λιγότερο σημαντικές, οπτικά, λεπτομέρειες που παραμένουν, όμως ,σημαντικές για την εξέλιξη της υπόθεσης.

Μπορεί η ιστορία να περιστρέφεται γύρω από τα παιδιά, αλλά οι σκηνές μ’αυτά είναι εξαιρετικά λίγες, με τους ενήλικους να παίρνουν τη θέση τους και να παρουσιάζονται αβοήθητοι σε έναν κόσμο που μάλλον δεν τους ανήκει. Τα παιδιά είναι η ζωή, η θρησκεία, η αγάπη…Οι μεγάλοι με γνώμονα το καλό των παιδιών, προσπαθούν περισσότερο να σώσουν τους εαυτούς τους από τη μοναξιά, και το κενό που μένει σε έναν κόσμο χωρίς αυτά.

Εκπληκτικός είναι αυτός ο ψυχρός κόσμος που δημιουργείται από τις εύθραυστες ερμηνείες των πρωταγωνιστών, που πίσω από παιχνίδια, προσπαθούν να κρύψουν το δικό τους φόβο και την ανικανότητα τους. Ο Casey Affleck ανήκει σίγουρα στα πρόσωπα της χρονιάς, και έστω και λίγο καθυστερημένα, τραβά τα βλέμματα πάνω του, με την εκφραστικότητα του και την πολυεπίπεδη γραφική ερμηνεία του. Ελπίζω και μετά τη «Δολοφονία του Jesse James» οι ευκαιρίες για τέτοιους ρόλους, να συνεχίσουν να έρχονται βροχή.