Showing posts with label Josh Brolin. Show all posts
Showing posts with label Josh Brolin. Show all posts

Sunday, January 11, 2009

Milk (2008)

Ο Gus Van Sant είναι για μένα ένας σκηνοθέτης - γρίφος. Έχει αποποιηθεί κάθε προσωπικό στυλ που πήγαινε να του κολλήσει για πολύ καιρό, έχει παρουσιάσει μια καριέρα με απροσδόκητα πισωγυρίσματα, είχε το θράσος να κοπιάρει το Psycho και να το κάνει με ακαταλαβίστικο τρόπο δικό του, κι ακόμα και στις χειρότερες δημιουργίες του, έχει καταφέρει να διατηρήσει ένα καλλιτεχνικό επίπεδο που σε καμία περίπτωση δεν μπορείς να το κατατάξεις στα αδιάφορα.

Στο πολυαναμενόμενο Milk, καταφέρνει εκ νέου κάτι που μπορεί να θεωρηθεί το ίδιο εύκολο όσο και δύσκολο. Ακολουθεί στερεότυπους τρόπους παρουσίασης βιογραφικών ταινιών, και εντάσσει στα γεγονότα μία ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση, που του εξασφαλίζει τη συγκινητική αποδοχή, τη ίδια στιγμή που με ένα μαγικό τρόπο αφήνει την ψευδαίσθηση της δημιουργικής πρωτοτυπίας.

Στο ασφαλές αυτό περιβάλλον, οι ηθοποιοί απλώς συνθέτουν ένα ιδανικό σύνολο από δυνατές ερμηνείες. Ομολογώ ότι παρόλο που δεν πολυσυμπαθώ κάποια από τα πρόσωπα που πλαισιώνουν τον Penn, όπως τον Diego Luna και τον Josh Brolin, στη συγκεκριμένη ταινία δεν μπορώ να τους καταλογίσω ψεγάδι. Αντιθέτως η περίπτωση του Milk είναι από τις λίγες, που κάθε ερμηνεία αντιπροσωπεύει τόσο ρεαλιστικά μια συνεκτική πραγματικότητα, που χωρίς μία από αυτές έστω, θα κατέρρεε κι όλη η δυναμική της ιστορίας.

Φυσικά όμως, και η μεγαλύτερη ευθύνη πέφτει στον Sean Penn, ο οποίος με κερδίζει με τις περισσότερες ερμηνείες του, πριν ακόμα φτάσουν αυτές στα δυνατά τους σημεία. Η τεχνική προετοιμασία και προσέγγισή του στους ρόλους που καλείται να παίξει, και η ταύτιση με τους χαρακτήρες που υποδύεται είτε αυτοί είναι φανταστικά είτε υπαρκτά πρόσωπα, με αφήνει έκπληκτο κάθε φορά. Βλέποντας το The times of Harvey Milk (ίσως επανέλθω αναλυτικότερα στο ντοκυμαντέρ αυτό αργότερα) το πιο συγκινητικό στοιχείο είναι η αβίαστη επιρροή που είχε ο ίδιος σε όποιον άνθρωπο είχε την ευκαιρία να τον ακούσει ή ακόμα και να τον συναντήσει από κοντά. Το ενδιαφέρον είναι ότι, πέρα από από το γεγονός ότι αυτό εμφανίζεται το ίδιο αβίαστα και στον τρόπο που ο Penn μεταμορφώνεται σε Milk, με ένα συμβολικό παραλληλισμό η ερμηνεία του έρχεται με τη σειρά της να στηριχτεί στους προσεγμένους δεύτερους ρόλους και αναδρομικά να τους εμπνεύσει, μέχρι την απόλυτη ερμηνευτική ισορροπία που αναζητά κανείς σε μία τέτοια ταινία.



Ο γραφικός τρόπος που παρουσιάζονται οι ομοφυλόφιλοι και τα δικαιώματά τους από τα ελληνικά Μέσα τα τελευταία χρόνια, καθώς και η ατυχία μου να μην έχω στο φιλικό μου περιβάλλον άτομα με τέτοιες προτιμήσεις, με είχαν αφήσει εγκλωβισμένο σε έναν υποτιθέμενο φιλελευθερισμό, αλλά πολύ πρόσφατα συνειδητοποίησα πόσο πραγματικά αγνώμων ήμουν απέναντι σε ζητήματα ομοφυλοφιλικού - κοινωνικού ενδιαφέροντος. Κάτι η πιο ουσιαστική ευαισθητοποίηση που έρχεται με την ενηλικίωση, κάτι μερικά κραυγαλέα ζητήματα όπως το πρόσφατο Proposition 8, φέρνουν τη συνειδητοποίηση ότι έχουμε να μάθουμε και να κάνουμε πολλά βήματα ακόμα προς μία καλύτερη κατεύθυνση (δεν τίθεται ζήτημα σωστού ή λάθους).

Τουλάχιστον το Milk (κι οι αντίστοιχες ταινίες που ελπίζω να ακολουθήσουν), εκτός της συγκίνησης προσφέρει ένα σημαντικό μάθημα που ξεφεύγει από τις διακρίσεις σε φύλα και φυλές, και διαπραγματεύεται μια πανανθρώπινη δικαιοσύνη που ενώ θα έπρεπε να είναι αυτονόητη, ακόμα και σήμερα χάνει τη θέση της από αιματοχυσίες και άνισες μάχες. Ακόμα σημαντικότερα με τη δημοσιοποίηση και τη διεθνή γνωστοποίηση μιας τέτοιας εμπνευσμένης προσωπικότητας, ισχυροποιεί την ανάγκη και την επιθυμία συνέχισης του οράματος και του έμπρακτου αγώνα για την εφαρμογή στην πράξη, της ισότητας που περιλαμβάνει εξ' ορισμού η δικαιοσύνη. Γιατί εν τέλει σημασία δεν έχει ένα μόνο πρόσωπο, αλλά το κίνημα που θα ξεσηκώσει...σημασία δεν έχει η νίκη, αλλά ο αγώνας που θα τη διατηρήσει!

ΥΓ. Ο Sean Penn με παρασύρει πάντα σε ξεχωριστά κινηματογραφικά ταξίδια, αλλά ο Sam τον σημάδεψε τόσο που ακόμα και στο Milk υπάρχουν στοιχεία στη φυσική του ερμηνεία που με γυρίζουν νοητά στον αγαπημένο μου ρόλο του.

Tuesday, February 05, 2008

No country for old men (2007)

Γη, η πρώτη γέννα.
Χώμα, η τελευταία αγκαλιά.

Από την αρχή του χρόνου ο θάνατος, ταξιδεύει σ’ αυτή τη γη με βλέμμα ψυχρό και ασάλευτο, και τις τσέπες του γεμάτες με νομίσματα από τα θύματα του, αντιπροσωπεύοντας καθετί απάνθρωπο. Αφαιρεί ζωές ακολουθώντας έναν δικό του νόμο και μια δική του ηθική. Πετά μαζί με τον χρόνο για να βρεθεί στο μέρος που πρέπει να είναι, και όπως ο χρόνος που στερεύει έτσι κι ο ίδιος σκορπά το φόβο του τέλους.

Άλλες φορές τον συναντάς κατά πρόσωπο, αλλά ξέρεις ότι μετά από αυτό, δεν πρόκειται να σ’ αφήσει να φύγεις ζωντανός, και άλλες έρχεται από πίσω σου σαν μια σκιά δεμένη στο σώμα σου όπως ανεβαίνεις τα σκαλιά, ή σαν αέρας που διαπερνά το κεφάλι σου και σε ρίχνει κάτω αναίσθητο χωρίς να ξέρεις τι σε χτύπησε. Στο πέρασμά του μόνο πτώματα και σάπια κουφάρια, ξεραμένο αίμα και θρυμματισμένα κόκαλα μακριά από τα κορμιά που ανήκουν. Άνθρωποι από λάσπη, ζώα από στάχτη και αυτοκίνητα από λαμαρίνες, όλα μαζί σε έναν σωρό από καταστροφή και σήψη.

Δύο φιγούρες, ανάμεσα σ’ άλλες, θα προσπαθήσουν να παίξουν ένα παιχνίδι μαζί του. Η μία ενεργά θα ξεκινήσει ένα κυνηγητό που φαινομενικά είναι αμφίρροπο, και η άλλη θα παρακολουθεί περισσότερο παθητικά τα αποτελέσματα της κάθε αναμέτρησης. Ένα παιχνίδι που ξεπερνά τον χώρο και καταλύει τον χρόνο, σε ένα τερέν φτιαγμένο από φρίκη και φόβο. Βήματα μετέωρα, και μονοπάτια βαλτωμένα που οδηγούν σε ένα μόνο φινάλε… την αποτυχία.

Αντίθετα με τις δυο αυτές όψεις του ίδιου ανθρώπου ουσιαστικά, οι δύο αδελφοί Coen καταφέρνουν την απόλυτη επιτυχία, δημιουργώντας ένα αρτιότατο αριστούργημα, με προσοχή στην κάθε λεπτομέρεια, συμβολικά στοιχεία που ενθουσιάζουν, και καλά κρυμμένα μυστικά και για τους πιο μυστήριους θεατές. Δανείζονται την ιστορία από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Cormac McCarthy, και την πλάθουν με τον δικό τους χαρακτηριστικά ξεχωριστό τρόπο.

Όλα τα στοιχεία που έκαναν εκατομμύρια κόσμο να τους λατρέψουν είναι παρόντα, και ανακατεύονται με νέα για να συνθέσουν το αριστούργημα αυτό που δεν χορταίνεις να βλέπεις. Νομίζω ότι μπορούν να νοιώθουν περήφανοι πλέον που κατάφεραν να ξεπεράσουν το Fargo , οι θαυμαστές του οποίου θα νοιώσουν οργασμική ηδονή βλέποντας το νέο τους αυτό, δημιούργημα.

Η ταινία έχει ήδη σαρώσει τα βραβεία και αναμένεται να κάνει το ίδιο και στα όσκαρ (με τις ευχές μου), και έχει σκαρφαλώσει από τις πρώτες προβολές της, στις κορυφαίες θέσεις του imdb top 250. Μην χάσετε με τίποτα αυτήν την ταινία, αναμφισβήτητα μια από τις 5 καλύτερες της χρονιάς.

ΥΓ. πάντα μου άρεσε η ωμότητα των αδελφών Coen, αλλά στην συγκεκριμένη ταινία, η παντελής έλλειψη του soundtrack αναδύει μέσα από κάθε σκηνή, μία ανατριχίλα και μια αύρα θανάτου, που θα σας κάνει να αναπηδάτε στο κάθισμα σας για πολύ ώρα.

ΥΓ 2. Πολλά ακούγονται για την ερμηνεία του Javier Bardem σ’ αυτήν την ταινία, η οποία είναι όντως εκπληκτική, αλλά προσωπικά έχω δει πολλές ταινίες του και πάντα έχει δώσει εξαιρετικές ερμηνείες και ομολογώ ότι του έχω εμπιστοσύνη. Ό,τι και να παίξει αξίζει να το δεις μόνο και μόνο που είναι μέρος του.

Friday, September 14, 2007

Grindhouse Presents: Planet Terror (part 1) (2007)

Το ταλέντο του Rodriguez είναι δεδομένο και κοινό και κριτικοί συμφωνούν σ’ αυτό. Όποτε πριν δείτε μια ταινία του, πρέπει να είστε προετοιμασμένοι για την απαράμιλλη σκηνοθεσία, και τον μοναδικό τρόπο του να γράφει σενάρια με τους πιο ευφάνταστους χαρακτήρες. Όταν ο ίδιος επιλεγεί να δημιουργήσει μια ταινία-φόρο τιμής στις b/horror/zombie movies των δεκαετιών του ’70 και ’80, για ότι και να είστε προετοιμασμένοι, πραγματικά θα ξαφνιαστείτε ακόμα πιο ευχαρίστα. Ο Rodriguez μεταφέρει σε ένα τελείως διαφορετικά ανώτερο επίπεδο την νέα του ταινία, προσφέροντας στους θεατές εικόνες που ακόμα και οι πιο φανατικοί θαυμαστές του αυθεντικού Grind house δεν θα μπορούσαν να φανταστούν. Ή ακόμα καλύτερα, εικόνες που φαντάζονταν και επιθυμούσαν διακαώς να δουν, αλλά δεν πίστευαν πως θα υπάρξει ένας ικανός δημιουργός να τις «ζωντανέψει». Η ιδιοφυία του Rodriguez με την οποία παρουσιάζει τα πιο χαζά περιστατικά, είναι τόσο εθιστική, που δεν χορταίνεις να απολαμβάνεις κάθε σκηνή, είτε περιλαμβάνει σπλάτερ, είτε καυστικούς διάλογους, είτε …. είτε…. Οι επινοήσεις ενός διεστραμμένου μυαλού, βρίσκουν την πιο έξυπνη και ευρηματική διέξοδο τους από το κεφάλι του σκηνοθέτη, προς το «λερωμένο» πανί του κινηματογράφου, και γαντζώνουν κάθε θεατή ασχέτως των κινηματογραφικών προτιμήσεων και πεποιθήσεων του. Μονό και μονό το πόδι-όπλο της πρωταγωνίστριας, εξάπτει την περιέργεια, προβληματίζει, παθιάζει, και πωρώνει τον θεατή, από την πρώτη θέαση της αφίσας, μέχρι την τελευταία σκηνή της ταινίας. Κι αν αυτό σας φάνηκε ευφάνταστο, δεν μπορείτε να φανταστείτε τι σας περιμένει σε κάθε καρέ της ταινίας. Όσο για το μαύρο χιούμορ, είναι τόσο καλά διασκορπισμένο, όσο και τα μυαλά των μεταλλαγμένων στους δρόμους, μετά το πέρασμα του «El Rey», και τόσο ταιριαστό, όσο το πολυβόλο, που δίνει στην απόλυτη γυναίκα δηλητήριο την ουσία της ύπαρξης της (κρίμα που την υποδύεται μια τόσο αχώνευτη από πλευράς μου, ηθοποιός). Δεν θα μιλήσω για ερμηνείες και τα τοιαύτα, γιατί φυσικά δεν έχουν σημασία σε τέτοιες ταινίες, αλλά δεν μπορώ να μην αναφερθώ στην μουσική επένδυση, που κάνει πραγματικά την διάφορα.

Δεν είμαι φαν του είδους, ούτε έγινα μετά την ταινία αυτή, αλλά ομολογώ ότι διασκέδασα τα 90 λεπτά της πιο έξυπνα χαζής, και πιο επαγγελματικά ερασιτεχνικής ταινίας που έχω δει μέχρι στιγμής.

ΥΓ. η μη αναφορά μου στον Ταραντινο δεν είναι τυχαία. Έπεται συνέχεια…