Showing posts with label Ralph Fiennes. Show all posts
Showing posts with label Ralph Fiennes. Show all posts

Thursday, January 29, 2009

The Reader (2008)

Αυτή τη φορά για να αποφύγω παρεξηγήσεις θα ξεκινήσω με παραδοχές.
-Θεωρώ την Kate Winslet μια από τις σημαντικότερες γυναίκες ηθοποιούς, που ξεπερνά το σήμερα και παίρνει θέση στην κλασσική ιστορία του κινηματογράφου. Από τις λίγες σύγχρονες που μπορώ να παραθέσω δίπλα σε Ντίβες του Χρυσού Σινεμά (κι αναφέρομαι σε πραγματικά ερμηνευτικά αστέρια), χωρίς να αδικώ καμιά στη σύγκριση.
-Ο Stephen Daldry είναι ένας από τους ελάχιστους σκηνοθέτες που δεν μπορώ να τους καταλογίσω ούτε ένα ψεγάδι για τις επιλογές τους σε ολόκληρη τη φιλμογραφία τους (τι κι αν έχει μόνο 3 ταινίες μεγάλου μήκους, οι τίτλοι τα λένε όλα... Billy Elliot, The Hours, The Reader). Στα θετικά, ψάξε και για δηλώσεις του, μιας κι ανήκει επίσης στην κατηγορία με τους πιο επικοινωνιακά καίριους σκηνοθέτες που υπάρχουν).

Τώρα αν δε συμφωνείς με τα παραπάνω, ίσως με βρεις λίγο υποκειμενικό, αλλά γι' αυτό που μου έδωσε η ταινία μόνο εγκωμιαστικά μπορώ να μιλήσω.

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι η "αγελάδα με το ανεξάντλητο γάλα" για το Hollywood, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με μία ενδιαφέρουσα περίπτωση που η φρίκη όσων πέρασαν μένει σε δεύτερο πλάνο. Με μία διάθεση να αντιμετωπιστεί το θέμα από μια φρέσκια σκοπιά, χρησιμοποιείται απλά, για να μας στρέψει την προσοχή σε θέματα ηθικής, με τον ανθρωπιστικό παράγοντα να αλλάζει στρατόπεδα, και το στοιχείο του "απάνθρωπου" να έγκειται κι αυτό στα πλαίσια μιας δικαιοσύνης, έστω και ξεπερασμένης (κάτι αντίστοιχο έχω συναντήσει μόνο στη Δίκη της Νυρεμβέργης). Η νομική σπουδή πνίγεται στην ανάγκη του ανθρώπου να βρει ένα καταφύγιο ανάμεσα στην καταδίκη και τη λύτρωση, μετά τη συνειδητοποίηση ότι ο νόμος δε δεσμεύεται υποχρεωτικά από την ηθική του ατόμου, αλλά όλοι ως άτομα δεσμευόμαστε απέναντι στην ηθική του ίδιου του νόμου.

Ακόμα κι αυτή η συνειδητοποίηση όμως και πρακτικά και το ίδιο το ζήτημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης, χρησιμοποιούνται βασικά ως δικαιολογίες πίσω από την τραγικότητα μιας ερωτικής βιογραφίας ενός ιδιότροπα ταιριαστού ζευγαριού. Άλλωστε εκεί έρχεται το ίδιο το σενάριο για να διώξει τη ρετσινιά του ολοκαυτώματος και να απενοχοποπιήσει την ενασχόλησή του με αυτό έστω και παρασκηνιακά ("Δε θα βρεις τίποτα μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης πλέον..."). Μπορεί η ιστορία του ζευγαριού από μόνη της να μοιάζει αδικημένη από το μοίρασμά της στης δεκαετίες όπως αυτές μας παρουσιάζονται, αλλά τα συναισθήματα έχουν σίγουρα το χώρο που χρειάζονται για να ξετιναχτούν από τον εφηβικό ενθουσιασμό, μέχρι την εγκάρδια αυτοθυσία που μέσα από τις τύψεις καταλήγει σε ανιδιοτελή θεία δίκη.

Ο Daldry ταξιδεύει για ακόμα μια φορά στις περασμένες δεκαετίες, και καταφέρνει να δημιουργήσει μια μοναδική ατμόσφαιρα που αν και είναι πιστή στον ρεαλισμό της εκάστοτε εποχής, δεν ξεχνά να παραμένει άκρως κινηματογραφική. Η Winslet μεταμορφώνεται μαζί με το χρόνο, στο χαρακτήρα της συγκεντρώνει συμβολικά το καταραμένο παρελθόν, στην περιπέτειά της κλείνει τη μάχη με τη δικαιοσύνη που επιτρέπει στην εθιμοτυπικά φοβισμένη ανθρωπότητα να έχει μέλλον, και στην ερμηνεία της απογειώνει την αξιοπρέπεια με την οποία ένας άνθρωπος είναι έτοιμος να θυσιαστεί για να ικανοποιήσει τις ενοχές των λάνθασμένων επιλογών που έστω και για μια στιγμή υπήρξαν αληθινές.



ΥΓ 1. Με την Winslet δεν υπήρχε χώρος για δεύτερη ερμηνεία. Ωστόσο ο νεαρός David Kross ήταν όσο αξιοπρεπής χρειαζόταν ώστε να μην προδώσει την υποδειγματική συμπρωταγωνίστριά του. Ευτυχώς ο Ralph Fiennes (που προσωπικά κάθε φορά μου αφήνει ανάμεικτα συναισθήματα για την υποκριτική του αξία), εμφανίζεται ακριβώς όσο πρέπει (λίγο δηλαδή). Έκπληξη ήταν για μένα η παρουσία της Lena Olin -και μάλιστα σε διπλό ρόλο- μιας και δεν ήξερα ότι παίζει εδώ, και εννοείται ότι μετά το Chocolat και το Alias δεν χορταίνω να τη βλέπω.

ΥΓ 2. Τα αναγνώσματα διάσημων λογοτεχνικών έργων προσθέτουν στην πλοκή ένα ξεχωριστό ηθογραφικό χαρακτήρα και βοηθούν πολύ στο μοίρασμα της υπόθεσης σε χρονικά κεφάλαια, μέχρι τη συγκλονιστική αποκάλυψη της διττής σημασίας του "Reader".

ΥΓ 3. Το γιατί τα αγγλικά με γερμανική προφορά αντικαθιστούν τα ίδια τα γερμανικά σε τέτοιες ταινίες ποτέ δεν το κατάλαβα. Μου πήρε ώρα για να το συνηθίσω και να το βγάλω από το μυαλό μου. Κι αν δεν είχαμε να κάνουμε με την Winslet στο ρόλο αυτό, ίσως και να μην το συγχωρούσα στους δημιουργούς. Θα κάνω δεύτερη αναφορά στη Δίκη της Νυρεμβέργης - την οποία πρέπει να δεις οπωσδήποτε αν δεν το έχεις ήδη κάνει- όπου το πρόβλημα της γλώσσας ξεπερνιέται με ένα εξαιρετικά ευφάνταστο και αριστουργηματικό σκηνοθετικό τέχνασμα.

Sunday, June 22, 2008

In Bruges (2008)

Τον τελευταίο χρόνο ο κινηματογράφος αποτελεί καθημερινή συνήθειά μου. Παρ' όλα αυτά, υπήρξαν κάποιες περίοδοι που λόγω χρόνου, κυρίως, έχασα κάποιες απο τις φετινές επιτυχημένες ταινίες. Τώρα πλέον που η εξεταστική με εγκλωβίζει σπίτι, έχω την όρεξη, τελείως ανεπηρέαστος, με τις κριτικές των άλλων να έχουν ξεχαστεί μέσα μου, να δω ό,τι έχασα. Το καλό είναι ότι αν και στενοχωριέμαι που δεν τις είδα στη μεγάλη οθόνη, η ουσία παραμένει ότι μιλάμε για ταινίες που αξίζουν.

Και σ' αυτή την κατηγορία ανήκει και η "In Bruges", η οποία από το πρώτο πλάνο με εγκλώβισε στον ρυθμό και την ατμόσφαιρά της. Μου πέταξε ωμά τα στοιχεία της που θα συνόδευαν την πλοκή και με άφησε να εθιστώ σ' αυτά χωρίς περιθώρια επιλογής.

Το είδος της αποτελεί μια αναζήτηση από μόνο του, με έντονα στοιχεία μαύρης κωμωδίας, εμπλουτισμένης με το καθολικό "αγγλικό χιούμορ" και τις "μεγαλοβρετανικές" διαφοροποιήσεις του, μετριασμένες δόσεις από βίαια ξεσπάσματα, παρασκηνιακές δραματικότητες, και ονειρικές αλληλουχίες που ανάγουν την Bruges στο ιδανικά ακατάλληλο σκηνικό της αιματηρής πλοκής. Εκεί άλλωστε βασίζεται και η ειρωνεία της μαύρης κωμωδίας, που δεν σταματά σε καταστάσεις, ανθρώπους και εθνικότητες, αλλά αντιθέτως καταντά απενεχοποιημένα καυστική και ρατσιστική, σε σημείο που οι διακρίσεις της σάρκας, κι ο ίδιος ο θάνατος, είναι αντικείμενα περίγελου. Το παιχνίδι με την έννοια του ονείρου άλλωστε καταντά να σκεπάζει τα γεγονότα με ένα παραμυθένιο πέπλο, που μοιάζουν αποκυήματα της φαντασίας ενός συγγραφέα, ή αποτύπωση της αποτρόπαια διαπεραστικής δημιουργικότητας ενός μεσαιωνικού ζωγράφου.



Οι αντιθέσεις συνεχίζονται και στο καστ, με το δίδυμο Gleeson-Farrell να αποδίδει εξαιρετικά σε κάθε δευτερόλεπτο της κοινής (ή όχι) εμφάνισης του, (ενδεχομένως οι ερμηνείες να αποτελούν και την μεγαλύτερη επιτυχία της ταινίας με τον Farrell πρώτη φορά σε έναν τόσο σκοτεινά κωμικό ρόλο που για μένα, αποτελεί αναμφισβήτητα τον καλύτερο ρόλο της καριέρας του-δεν χορταίνουμε, θέλουμε κι άλλο). Το απολαυστικό της υπόθεσης όμως είναι ότι οι περσόνες τους μοιάζουν αντιδιαμετρικά αντίθετες. αυτό γεμίζει ευχάριστα τους αργούς (άλλα άκρως ταιριαστούς) ρυθμούς της ταινίας, και προωθεί ακόμα περισσότερο την ιδέα ότι η κόλαση κι ο παράδεισος ενώνονται σε ένα ενδιάμεσο μέρος, κι είναι στο χέρι του καθενός μας να αποφασίσουμε ποιά πλευρά μας ταιριάζει.

Ο σκηνοθέτης της Martin McDonagh, παίζει ριψοκίνδυνα με τις παύσεις των θεματικών μοτίβων και της περιστατικής κωμωδίας που καλύπτει την πραγματική πλοκή, αλλά είναι τόσο αντιδραστικά πρωτότυπος, που την μοναδική στιγμή που φαίνεται ότι πάει να εξαντληθεί, παρουσιάζει από το πουθενά τον Ralph Fiennes, και δίνει έναν ολοκαίνουργιο αέρα στην ταινία. Το αυστηρά καλό και το αυστηρά κακό, μπερδεύονται ακόμα περισσότερο, και οι όψεις των ιδεών ξεφεύγουν από τα αιώνια ζεύγη του θετικού και του αρνητικού. Ο Fiennes έρχεται να αναιρέσει και να μετατρέψει σε τρίγωνο κάθε ισορροπημένη τραμπάλα-ανάμεσα-σε-δύο που είχε παρουσιαστεί. Τα ενδιάμεσα στοιχεία γίνονται κυρίαρχα, οι καλές πράξεις βρίσκουν την ανταμοιβή τους και οι κακές την τιμωρία τους, μέχρι της σύστασης μιας ιερής τριάδας, που όσο διαφορετική κι αν μοιάζει, καταλήγει να αποτελεί τις τρεις διαφορετικές όψεις (ή χρονικές συνέχειες) του ίδιου ανθρώπου.

Το ίδιο ισοπεδωτικά όμως ερχόμαστε σαν θεατές να εξισώσουμε κάθε πρόσωπο που παρουσιάζεται, σε ένα καθολικό και αδιάσπαστο σκοπό. Ενδεχομένως αυτός να είναι κι ο λόγος που μας παρουσιάζονται όλοι τόσο βολικά αντίθετοι μεταξύ τους, ώστε στο τέλος οι ομοιότητες που έμοιαζαν ειρωνικές μέσα από όλα τα ρατσιστικά σχόλια, να καταντούν εξόφθαλμες. Μέσα από αυτήν της εξίσωση το κακό κάρμα ανακυκλώνεται και η τιμωρία καταντά λυτρωτική για όλους, ανεξαιρέτως(Ή μήπως όχι;).

Κόλαση και Παράδεισος, παραμύθια και πραγματικότητα, αθωότητα και βία, ελπίδα και καταδίκη, όλα ίδια κι όλα διαφορετικά, κομμάτια του ίδιου κομματιού, περιμένουν εσένα να τους δώσεις το νοημά σου. Οι αναγωστικές γραμμές της ταινίας πάντως παραμένουν ευκολές, πλούσιες και διασκεδαστικές, αλλά τα συμπεράσματα προσφέρονται με πληθώρα διαφορετικών εκδοχών. Δες την και μου λες.

ΥΓ 1. Μήπως να ετοιμάζουμε βαλίτσες για Βέλγιο; Μετά από τέτοια μαγευτική φωτογραφία, η ατμόσφαιρα της Bruges γίνεται εγκλωβιστική, μα τόσο ελκυστική.

ΥΓ 2. Με την πρώτη του μικρού μήκους ταινία (Six Shooter) ο Martin McDonagh, κέρδισε το πρώτο του όσκαρ. Με την In Bruges να αποτελεί την πρώτη του μεγάλου μήκους, αναβίωσε το νέο κύμα του βρετανικού κινηματογράφου, και παρόλο που ακροβατεί στις γραμμές των μαύρων κωμωδιών του Guy Richie, δεν γίνεται παρά να αναγνωρίσουμε ότι τον ξεπερνά τόσο δεξιοτεχνικά, δημιουργώντας το δικό του προσωπικό είδος. Περιμένω με εξαιρετική αγωνία και ανυπομονησία την συνέχεια.

Monday, September 10, 2007

Schindler's List (1993)

Ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα… μια από τις μελανότερες σελίδες της ανθρώπινης (?) ιστορίας, είναι ίσως ότι πιο επικίνδυνο σε θέμα που μπορεί να διαλέξει ένας δημιουργός και να κάνει ταινία. Παρόλα αυτά οι έπαινοι για την «Λίστα του Σίντλερ» δεν έχουν σταματημό, κι όχι άδικα. Η ταινία είναι τόσο εγκωμιαστικά σχολιασμένη που δεν υπάρχει λόγος να την κριτικάρω σε γενικές γραμμές εγώ. Γράφω μονό ένα στοιχειό σχετικό με τον σκηνοθετικό τρόπο που χτιστηκε η ταινία, που με κραταεί ανατριχιασμένο κάθε φορά που την βλέπω καθώς και κάθε φορά που την σκέφτομαι. Πραγματικά, η σκηνοθεσία της ως σύνολο θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πλήρες εγχειρίδιο για κάθε νέο σκηνοθέτη, μιας και περά από τα τυπικά πλανά πάνω από τον ωμό και τα ανισοεπιπεδα καρέ, εισάγονται τόσο πρωτότυπες ιδέες που ανοίγουν μια νέα σχολή κινηματογράφησης από μονές τους.

Στις πρώτες σκηνές που αποτελούν την εισαγωγή στην υπόθεση, με τα πολύ-επίπεδα καρέ, ανταλλάσσονται συνεχώς πληροφορίες μεταξύ φόντου και προσκήνιου, γεμίζοντας τον θεατή με λεπτομέριες που στηρίζουν την εκτίμηση για την υπόθεση. Όλα αυτά με την συνοδεία μιας θεσπέσιας μουσικής στην οποία κυριαρχούν τα βιολιά –τα πιο μελαγχολικά όργανα στον κόσμο. Όταν η υπόθεση σοβαρεύει και οι πρώτες δυσκολίες για τους εβραίους εμφανίζονται, τα σκηνοθετικά κόλπα μετριάζουν και οι ωμές εικόνες παίρνουν την θέση τους, δίνοντας στον θεατή την πρώτη εικόνα του τρόμου. Η μουσική αφήνει την θέση της ενίοτε στις κραυγές και τα ουρλιαχτά και άλλοτε στην απόλυτη ησυχία, προμηνύοντας την μεγάλη μπόρα που επίκειται. Όταν πλέον η αλαζονεία του ανθρώπου έχει φτάσει στο αποκορύφωμα, οι ζωντανές εικόνες μεταφέρουν την φρίκη και εγκλωβίζουν στον μικρόκοσμο τους κάθε θεατή, που νομίζει ότι ζει τις σκηνές μέσα στο καρέ, με τις σφαίρες να παίρνουν ξυστά από το κεφάλι του και να σφηνώνονται στο μυαλό του διπλανού του, αφήνοντας τον έρμαιο στον τρόμου του για το ποια μπορεί να είναι η πιθανή συνεχεία. Λίγο πριν το τέλος, όλες οι μεγάλες σκηνοθετικές αρχές, μαζί με την πιο σπαρακτική μουσική επένδυση των ουρλιαχτών του τρόμου, και μια φωτογραφία που παίρνει σάρκα και οστά μονό και μονό για να τα ξαναχάσει, τα τελευταία ίχνη δύναμης του θεατή έχουν πλέον εξαφανιστεί, και η τρίωρη ταινία γίνεται το ζωντανό μαρτύριο στην μνήμη των θυμάτων. Και μπορεί σε ταινίες φαντασίας, η κάθαρση να ήταν το καλύτερο φινάλε, αλλά αυτό δεν ισχύει εδώ. Οι τίτλοι βάζουν το τέλος στις σκηνές, μα οι μνήμες δεν θα σβηστούν ποτέ. Η ιστορία δυστυχώς είναι αληθινή και όσες ταινίες και να γίνουν για το θέμα, όσα συγγνώμη κι αν ειπωθούν, δεν θα μπορέσουν ποτέ να τιμήσουν επαρκώς και να κλείσουν τις πληγές των θυμάτων και των οικογενειών τους. Ακόμα κι όταν όλοι οι απόγονοι εξαφανιστούν, τέτοιες ταινίες δεν θα αφήνουν ποτέ τον ανθρώπο να ησυχάζει και να παύει να θρηνεί. Μακάρι μονό να του μάθαιναν και κάτι παραπάνω, γιατί η ιστορία του ακόμα και μετά το 1950 είναι πάλι μελανή.