Friday, January 09, 2009

El Amor perjudica seriamente la salud (1996) - aka Love Can Seriously Damage Your Health

Το ότι λατρεύω τον Ισπανικό κινηματογράφο το έχεις καταλάβει! Καμιά φορά η αδυναμία μου αυτή με κάνει να ευχαριστιέμαι καθετί που μιλάει Ισπανικά κι έχει μια υποτυπώδη πλοκή. Το El Amor perjudica... όμως είναι μία από τις περιπτώσεις που ισχυροποιούν την προτροπή μου να δώσεις οπωσδήποτε μια ευκαιρία στον κινηματογράφο αυτό.

Με το ιδιαίτερο χιούμορ που χαρακτήρισε τις κωμωδίες τη δεκαετία του '90, και με μία φρέσκια διάθεση για κωμωδία καταστάσεων, ο Manuel Gómez Pereira ξετυλίγει ένα κωμικό έπος (κυρίως λόγω περιστατικών, κι όχι τόσο λόγω διάρκειας) 30 χρόνων ενός ζευγαριού που συναντιέται πάντα σε γεγονότα ιστορικής σημασίας, για να τα εμπλουτίσει παρασκηνιακά με τον επεισοδιακό έρωτά του. Η μοίρα και η τύχη είναι κι εδώ αγαπημένα θέματα, αλλά οι πρωταγωνιστές από μόνοι τους μοιάζουν ικανοί να διασκεδάσουν με τις ατυχίες και να δημιουργήσουν τις δικές τους προϋποθέσεις για την ιδιότροπη ευτυχία τους.

Τα σεναριακά μπερδέματα μπλέκονται ευχάριστα με ευφάνταστες σκηνοθετικές παρεμβάσεις και δίνουν ένα εξαιρετικό πάτημα στους ηθοποιούς να ξεδιπλώσουν την πιο διασκεδαστική πλευρά τους. Το πρώτο μισό της ταινίας μάλιστα περιλαμβάνει ένα από τα πιο ευχάριστα κωμικά δίδυμα που έχω συναντήσει ποτέ σε τέτοιες ταινίες, την Penélope Cruz σε μία ακόμα από τις ατίθασες και έξαλλες εμφανίσεις στην αρχή της καριέρας της, και τον Gabino Diego που έχει μια απίστευτη κωμικότητα στην ερμηνεία του, αλλά η φάτσα-μάσκα είναι το ατού που τον απογειώνει. Στο δεύτερο μισό τη σκυτάλη των ίδιων ρόλων παίρνουν η Ana Belén και ο Juanjo Puigcorbé, που το αντιφατικά αξιοπρεπές παρουσιαστικό τους κάνει ακόμα πιο αστείο το ερμηνευτικό του κομμάτι.

Δε θα μακρηγορήσω άλλο. Η ταινία είναι διασκεδαστική από κάθε άποψη, η σύνδεση της πλοκής με αληθινά περιστατικά, η συνειδητοποίηση ότι η αγάπη όσο καταστρεπτική κι αν είναι, εξακολουθεί να παραμένει συναρπαστική, και το γεμάτο υπονοούμενα τέλος που την αναγκάζει να συνεχίζει το ταξίδι της και πέρα από τους τίτλους τέλους, την ανάγουν σε ότι πιο φρέσκο και διασκεδαστικό είδα πρόσφατα. Μέσα σ' όλα, είχα πολύ καιρό να γελάσω τόσο αυθεντικά. Μην τη χάσεις!



ΥΓ 1. Ανάμεσα στις αναγκαίες για την υπόθεση, και πανέξυπνες εμφανίσεις ιστορικών προσώπων (όπως οι Beatles, ο Franco, ο πρίγκιπας Κάρολος...), θα συναντήσεις και cameo από γνωστούς Ισπανούς ηθοποιούς που συνηθίζουν περάσματα σε ταινίες του Pereira, του Almodóvar, του Saura. Βέβαια αν δεν έχεις ήδη ασχοληθεί με το είδος, τότε η μόνη πιθανή γνωστή αναφορά θα είναι ο Javier Bardem.

ΥΓ 2. ΜΗ σε μπερδεύει η φωτογραφία, η ταινία δεν είναι ασπρόμαυρη, παρά μόνο η σκηνή αυτή.

Thursday, January 08, 2009

The Curious Case of Benjamin Button (2008)

Δεν θα πάω κόντρα στο ρεύμα... το Benjamin Button είναι μία πολύ καλή ταινία, για άλλους λόγους όμως (από αυτούς που ακούγονται). Διαβάζοντας για το παρασκήνιο της και πώς εδώ και 15 χρόνια άλλαζαν συνεχώς οι τολμηροί σκηνοθέτες και σεναριογράφοι που θα αναλάμβαναν να κάνουν τη διάσημη μικρή ιστορία του Fitzgerald κινηματογραφική πραγματικότητα, χαίρομαι που η τελική επιλογή κατέληξε σε σωστά πρόσωπα. Μπορεί να μην συμπαθώ ιδιαίτερα τον Eric Roth, αλλά ο David Fincher απέδειξε άλλη μια φορά ότι μπορεί να πάρει ένα καλό σενάριο και να το μεταμορφώσει σε μια μαγευτική εμπειρία. Βέβαια οφείλω να αναγνωρίσω και στον πρώτο (έχοντας διαβάσει το αυθεντικό κείμενο του Fitzgerald) ότι κατάφερε να εμπνευστεί από μία άκρως ενδιαφέρουσα υπόθεση, και να προχωρήσει στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου σενάριου που σέβεται μόνο την ηθογραφία και τα βαθύτερα νοήματα της αρχικής ιστορίας, και δε φοβάται να τα παρουσιάσει μέσα από μια σειρά ολοκαίνουργιων γεγονότων, που σε μερικές περιπτώσεις βέβαια εμπλουτίζουν και ισχυροποιούν τη βάση της ιστορίας ακόμα περισσότερο.

Είναι κρίμα βέβαια που το ξεδίπλωμα της ιστορίας εγκλωβίζεται σε ένα νωχελικό flashback από αφηγηματικές αναμνήσεις, και όταν καταφέρνει να παρουσιάσει ένα παράλληλο μαγευτικό κόσμο στον οποίο ζει όλο το παρελθόν και η πραγματική ταυτότητα των πρωταγωνιστών, διακόπτεται άκομψα από τα εμβόλιμα παροντικά πλάνα που παρά την προβλεψιμότητά τους, αποκτούν νόημα μόνο στο τέλος, κι εκεί όμως παραμένουν ασυγχώρητα. Αυτό ακριβώς επιβαρύνεται κι από μικρά σεναριακά τεχνάσματα, που οδηγούν την ιστορία σε μια δαιδαλώδη εξέλιξη που σε τελική ανάλυση αφήνει την αίσθηση ότι θα μπορούσε να ήταν και πιο σύντομη.

Κι αυτό με φέρνει στους πραγματικούς "πρωταγωνιστές" τις ταινίας, που για μένα δεν είναι άλλοι από το τμήματα της καλλιτεχνικής επιμέλειας. Η παραγωγή και το art department, αναλαμβάνουν επιτυχώς την ευθύνη να ζωντανέψουν αρκετούς διαφορετικούς κόσμους που καλύπτουν το διάστημα (σχεδόν) ενός αιώνα. Το Makeup Department κάνει θαύματα, με τις μεταμορφώσεις του Brad Pitt να σε κάνουν να μένεις με το στόμα ανοιχτό, ιδιαίτερα όταν ο ρόλος του πλησιάζει ανάποδα την εφηβεία, την ίδια στιγμή που όλο το υπόλοιπο καστ γεμίζει με τις "φυσικές" ριτίδες του χρόνου. Δεν έχω αναπτύξει ακόμα επαρκή οσκαρική συνείδηση για τα φετινά βραβεία, αλλά αν το Benjamin Button δεν κερδίσει στις αντίστοιχες καλλιτεχνικές κατηγορίες δεν μπορώ να φανταστώ ποια άλλη θα το άξιζε περισσότερο.

Αντιθέτως το πρωταγωνιστικό δίδυμο δύσκολα θα είχε την ψήφο μου στις κατηγορίες του, γιατί παρόλο που οι ερμηνείες τους είναι συγκινητικές και πολυδιάστατα επαρκείς, θεωρώ ότι με όλα τα τεχνικά στοιχεία που τους πλαισιώνουν, η δουλειά τους έγινε πολύ εύκολη.



Ακόμα όμως κι αν τίποτα απ' όλα αυτά δεν καταφέρει να σε συγκινήσει το Benjamin Button, παραμένει μια καλή ταινία, για τη σημασία που δίνει στο χρόνο, μόνο και μόνο η βασική πρωτοποριακή ιδέα με την οποία καταπιάνεται. Όλοι μας περνάμε τη ζωή με ένα καθοριστικό ρόλο, κι όσο απίστευτος ή περίεργος κι αν είναι αυτός, παραμένει καθοριστικός για εμάς αλλά και για όλους γύρω μας. "Η ζωή δεν μετριέται σε λεπτά, αλλά σε στιγμές", κι ακόμα κι αν όλα ήταν διαφορετικά, ακόμα κι αν όλες οι ευκαιρίες για αλλαγή μας δίνονταν πίσω, ακόμα κι αν ο χρόνος μας χαριζόταν στο κυνήγι, το τέλειο θα κρατούσε μια στιγμή απ' όλες, κι οι υπόλοιπες θα παρέμεναν μια σειρά από απραγματοποίητα "Μακάρι...".

Wednesday, January 07, 2009

Vals Im Bashir (2008) - aka Waltz With Bashir + Stop That Tank! (1942)

Σε ένα κόσμο που αρνείται την παραδοχή του πολέμου κάθε φορά που αυτός εξαφανίζεται από την τηλεόραση, τα θύματα μένουν αριθμοί σε άρθρα που γρήγορα λησμονούνται, και οι θύτες είναι τα απρόσωπα συμφέροντα που στέκουν πολύ βολικά κι ως δικαιολογία της παρεμβατικής βοήθειας των στρατευμάτων, είναι εξαιρετικά δύσκολο, να γυρίσεις ένα ντοκιμαντέρ που θα ξεσκεπάζει την αλήθεια με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη χαθεί και το ίδιο στη λήθη του χρόνου.

Βασισμένος στην ανάγκη του ανθρώπου να διώχνει από τη μνήμη του καθετί τραυματικό, και συνεχίζοντας με την αδυναμία εξάλειψης ενός φρικιαστικού παρελθόντος που βρίσκει χώρο στο υποσυνείδητο και επανέρχεται συνεχώς, ο Ari Folman ξεκινά ένα ταξίδι στην ιστορία που δεν γράφεται στα βιβλία, αλλά μένει αναλλοίωτη σε στοιχειωμένες αναμνήσεις. Με όχημα τις αναβαθμισμένες τεχνικές rotoscoping, την αισθητική ενός πρωτοποριακού νεο-νουάρ animation, και με το βάρος της Ισραηλινής καταγωγής του και της φυσικής ενασχόλησής του με τον Πρώτο Πόλεμο του Λίβανου, ο Folman εκμεταλλεύεται τη συναισθηματική βαρύτητα των εικόνων, την ανθρωποκεντρική γενικότητα των περιστατικών και τις αφηρημένες εμβόλιμες συνεντεύξεις, ώστε να παρασύρει το κοινό σε μια αναζήτηση της αλήθειας που είναι τόσο καθαρή ώστε να αποτελεί κομμάτι πανανθρώπινο, πέρα από κάθε εθνική ταυτότητα.

Μέχρι το τέλος της ταινίας, καταφέρνει να δημιουργήσει κάτι τόσο αντιφατικά αληθινό, που η προβολή της ανάγεται αυτόματα σε άριστη μορφή ψυχανάλυσης η οποία σου αποκαλύπτει μνήμες που μόλις απέκτησες αλλά κατά κάποιο τρόπο έκλεινες συναισθηματικά μέσα σου από τότε που πρωτοαντίκρισες τον πόλεμο σε οποιαδήποτε μορφή του. Το Waltz with Bashir, ξεκινά δυναμικά και γίνεται μια εμπειρία που ασχέτως από το πόσο οικεία σου είναι, θα σε σημαδεύσει για την υπόλοιπη ζωή σου. Είτε το δεις σαν ντοκιμαντέρ, είτε σαν μια γραφική απεικόνιση θλιβερών αναμνήσεων, η τελική ταύτισή του με την πραγματικότητα όταν όλα τα φανταχτερά χρώματα ξεθωριάζουν, κι όταν η δραματική μουσική δώσει τη θέση της στις ανθρώπινες κραυγές, είναι σπαρακτική.



ΥΓ 1. Το Waltz with Bashir αποτελεί σταθμό στην κινηματογραφική ιστορία. Πολύ δύσκολα θα συναντήσουμε κάτι τόσο διαχρονικό κι εύστοχο στο είδος (με τόσο πρωτοποριακό περιτύλιγμα μάλιστα), και για αρκετό καιρό θα στέκεται ως πηγή έμπνευσης για τις αντίστοιχες ταινίες που θα ακολουθήσουν.

ΥΓ 2. Λατρεύω τις ταινίες που ακούγονται σε γλώσσες ακαταλαβίστικες αλλά με τις εικόνες τους μιλούν κατ' ευθείαν στην καρδιά σου και καταρρίπτουν κάθε αδυναμία κατανόησης. Αισθάνθηκα ότι αδικούσα τόσο πολύ το οπτικό αριστούργημα όμως, που με το τέλος της ταινίας είχα την ανάγκη να την ξαναδώ, αγνοώντας τους υπότιτλους, με όλη μου την προσοχή στραμμένη στην εικονογράφηση. Το ταξίδι έγινε ακόμα πιο συγκλονιστικό.

------------------------------

Σε ένα διαφορετικά συγγενές πολεμικό κλίμα είδα και το animation μικρού μήκους της Disney, Stop That Tank!, που δεν είναι τίποτα άλλο από ένα γραφικό εγχειρίδιο χρήσης του θαυματουργού όπλου Boys MK.1 Anti Tank Rifle, που όπως φανερώνει το όνομά του σχεδιάστηκε για να ακινητοποιεί και να καταστρέφει τανκ. Η ταινία λειτούργησε σαν τονωτική ένεση υπερηφάνειας των αμερικανικών στρατευμάτων συνοδευόμενη με γερή δόση προπαγάνδας (αναλογίσου και το έτος κυκλοφορίας της), αλλά διατηρεί το ενδιαφέρον μέχρι και σήμερα για τον διασυρμό του Hitler μέσω της υπερβολικής κωμικής του φιγούρας, που σαν κακομαθημένο παιδί χτυπιέται ακόμα και στην κόλαση για την άδικη ήττα του.


Tuesday, January 06, 2009

Vicky Cristina Barcelona (2008)

Για άλλη μια φορά δεν μετάνιωσα που άργησα τόσο πολύ να δω μια από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες της περσινής χρονιάς. Πέτυχα ακριβώς τη στιγμή που είχα διάθεση να τη δω, δεν διάβασα τίποτα γι' αυτή τόσο καιρό, και ξεκίνησα όσο πιο πολύ μπορούσα αμερόληπτα την προβολή. Αφού τελείωσε υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα περιοριστώ σε μια μόνο σχετική αναφορά στον Almodovar, οπότε ας θεωρήσουμε ότι μόλις το έκανα, γιατί αν αρχίσω τις επιρροές και τις συγκρίσεις δεν θα τελειώσω ποτέ.

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της ταινίας, είναι ότι από την αρχή σου παρουσιάζεται πλήρης στις τεχνικές που ξεδιπλώνεται, και γνωρίζεις από την πρώτη στιγμή τι θα σου αρέσει και τι όχι μέχρι το τέλος. Από τις αφηγηματικές μεθόδους του voice over και του στυλ φωτορομάντζο, μέχρι την ηθογραφία των χαρακτήρων, όλα παραμένουν απαράλλακτα, και κλείνουν την ιστορία εκεί που την άρχισαν, για να την ταυτίσουν ειρωνικά (και έξυπνα) με την άσκοπη διεθνή αναζήτηση του Woody Allen (όσο αυτό μπορεί να συμβαίνει με τον αινιγματικό σκηνοθέτη). Η περιπέτεια της Vicky και της Cristina, αποτελεί μάλλον ένα τουριστικό ημερολόγιο που καταγράφει το πόσο εξωτικά και τρελά ζουν οι Ισπανοί. Δυστυχώς βέβαια για το ευρωπαϊκό κοινό τα κλισέ είναι οφθαλμοφανή, ενώ οι Αμερικανοί δεν ξέρω πόσο θα ζηλέψουν που ο Allen κάνει διακοπές μακρυά τους.

Φυσικά, όταν ξεφορτώνεσαι τις καλλιτεχνικές προσδοκίες σου που έχεις μάθει να έχεις από τον σκηνοθέτη, έρχεσαι αντιμέτωπος με μία -τουλάχιστον- ευχάριστη παραγωγή. Η Βαρκελώνη αν και δρα παρασκηνιακά στα κάδρα, πολλές φορές κλέβει άνετα την παράσταση. Εκεί βέβαια δρουν τα εγκλωβιστικά πλάνα και το καταιγιστικό καστ, για να σου τραβήξουν την προσοχή περισσότερο στους ίδιους και τη μεθυστική (ή καλύτερα μεθυσμένη;) αντίληψή τους για τη ζωή, και παρά στη γη που φαίνεται να τους κρατάει μαγευτικά δέσμιους της. Οι σχέσεις και οι "συμπλοκές" δυστυχώς δεν ξεφεύγουν από στερεότυπες καλλιτεχνικές και κοινωνικές αντιλήψεις, αλλά τουλάχιστον συμβολικά αναδεικνύουν τη σημασία των απωθημένων και την ανάγκη που έχει ο καταπιεσμένος να ξεχαστεί για λίγο στην αμαρτία και την ακαταμάχητη γοητεία της.

Παραδόξως όμως, και παρά τα αρνητικά που τόσο εξόφθαλμα μας δίνονται από την αρχή, "Οι διακοπές του Woody Allen στη Βαρκελώνη" έχουν κάτι εθιστικό. Κάτι οι σαγηνευτικά παθιασμένοι πρωταγωνιστές, κάτι η ανάλαφρη κινηματογράφηση και τα ζεστά φίλτρα της κάμερας, κάτι η απλοϊκή παρουσίαση των πιο σημαντικών προβλημάτων της ερωτικής καθημερινότητας, και η διάρκεια των 90 λεπτών κυλά ευχάριστα χωρίς να το καταλάβεις. Σαν το ανέμελο παιδικό παιχνίδι που θα θυμάσαι ευχάριστα παρά τις φορές που έπεσες κι έσκισες τα γόνατά σου.(Μήπως τελικά μας την έφερε πάλι ο Allen;)



ΥΓ 1. Η Penélope Cruz ξεπερνά κατά πολύ την ταινία. Σοφά ο σκηνοθέτης της χάρισε τόσο λίγο χρόνο, αλλιώς θα είχε μονοπωλήσει το ενδιαφέρον και την προσοχή, κι η ξανθιά μούσα του μάλλον θα έμενε παραπονεμένη. Προσωπικά το "Maria Elena Barcelona" ποσώς θα με χάλαγε...

ΥΓ 2. Και μιλώντας για παράπονο η μοναδική χαμένη είναι μάλλον η Rebecca Hall, που αν και καταλαμβάνει το 1/3 του τίτλου και του πρωταγωνιστικού καστ, χάνεται στο promotion των ηχηρών ονομάτων και των παθιασμένων περιπτύξεων τους.

ΥΓ 3. Το soundtrack είναι πανέμορφο, αλλά το ταύτισμα του ακούσματός του με το voice over έκανε την υπόλοιπη ταινία να μοιάζει πολύ άσχημα μουσικά γυμνή.

ΥΓ 4. Ανοίγω γκρουπ με τίτλο "Ήξερα τον Bardem και πριν το ανεκδιήγητο κούρεμα που του φόρεσαν οι Coen" και περιμένω να δω ποιος μοιράζεται μαζί μου το μακροχρόνιο θαυμασμό για τον Ισπανό Ηθοποιό.

ΥΓ 5. Δεν χορταίνω να βλέπω την Patricia Clarkson σε τέτοιους ρόλους!

Monday, January 05, 2009

Revolutionary Road (2008)

Προσπερνάω το γεγονός ότι η ταινία σηματοδοτεί μια θρυλική -για πολλούς- επανένωση του DiCaprio με την Winslet μια δεκαετία μετά τον Τιτανικό. Οι φαν άλλωστε του Jack και της Rose που ονειρεύτηκαν μια αιωνιότητα μαζί, ίσως θα χρειαστούν τα χάπια τους, γιατί στο Revolutionary Road, το ζευγάρι αποτελεί μάλλον ένα πιο σκοτεινό alter ego του προηγούμενου ταιριάσματος. Προσωπικά μου αρκεί η εμπιστοσύνη της Winslet στις ανεξάρτητες Βρετανικές παραγωγές που την καθιέρωσαν, και στην πρώτη συνεργασία με τον οσκαρικό σύζυγο της Sam Mendes που της χαρίζει άλλον ένα εξαίσιο ρόλο (αν και πλέον είμαι πεπεισμένος ότι η Kate μπορεί να κάνει τα πάντα εξίσου καλά)! Άντε και για να κλείσω με τα λιγότερο σημαντικά, η παρουσία της Kathy Bates είναι μια ακόμα ευχάριστη αναθεώρηση στο επαγγελματικό πισωγύρισμα των "τιτανικών ναυαγών".

Στο ζουμί τώρα... Το Revolutionary Road δεν είναι μια επαναστατική ταινία!Η ιδέα της προαστιακής ζωής με την επιφανειακή ομοιομορφία και τις μικρές απολαβές σε ουσιαστική ικανοποίηση είναι χιλιοδιασκευασμένη. Αυτό που την κάνει ξεχωριστή όμως είναι το σκηνοθετικό πάτημα πάνω στο εξαιρετικό σενάριο του Justin Haythe (λυπάμαι αλλά δεν έχω διαβάσει το μυθιστόρημα του Richard Yates στο οποίο βασίστηκε), το οποίο αφήνει παρασκηνιακά να δουλεύουν ανατρεπτικές δυνάμεις οι οποίες υποκινούν τις επιθυμίες των πρωταγωνιστών μέχρι την τελική (ανα)τροπή των πραγμάτων, και ανάγουν την μικροαστική αυτή ιστορία της δεκαετίας του '50, σε ένα καθολικότερο κοινωνικό δράμα με το οποίο θα μπορούσε να ταυτιστεί κάθε γενιά. Το σημάδι του χρόνου άλλωστε είναι σχεδόν ανεπαίσθητο.

Κάτω από το πρίσμα των κοινωνικών ταμπού η ανάγκη για ουσιαστική ευτυχία γίνεται αμαρτωλό απωθημένο, την ίδια στιγμή που η ίδια η αμαρτία παραμένει στα σκοτεινά, ένα κοινό μυστικό που συμφέρει να συνεχίζεται! Η αυτοθυσία ακυρώνεται για να καταλήξει ιδιοτελής αλλά όσα χάθηκαν στην πορεία δεν γίνεται να ανακτηθούν εκ νέου. Οι αντοχές των δεσμών αγάπης δοκιμάζονται κι όταν μαζί με τη συνειδητοποίηση της προσπάθειας που δεν ξεκίνησε ποτέ απλώς για να μην αφήσει περιθώρια στην αποτυχία, αποκαλύπτονται μερικές ακόμα συγκλονιστικές αλήθειες, θα φανεί ξεκάθαρα πόσο εύκολα ή δύσκολα ξανακολλά το ραγισμένο γυαλί.

Για χάρη των εντονότερων συναισθηματικών ξεσπασμάτων, ο Mendes ξεφεύγει από τη σκηνοθεσία της κλειδαρότρυπας που τον ανέδειξε στο American Beauty, και περνά σε πιο εκτεθειμένες γραμμές, φέρνοντας στο προσκήνιο την οργή και κάθε καταπιεσμένο απωθημένο, δίνοντας συγχρόνως αρκετό παρασκηνιακό χώρο για τη συσσώρευση των προσώπων και των συναισθημάτων που θα κάνουν την τελική διαφορά. Στη σειρά από τις εύθραυστες σχέσεις, θα ξεχωρίσει με δεξιοτεχνικά καλυμμένο τρόπο η καταιγιστική ερμηνεία της Winslet για να καπελώσει πάμπολλες φορές τον DiCaprio που πασχίζει να εκμεταλλευτεί τα ξεσπάσματα οργής για να σταθεί ο κατάλληλος "άνδρας" απέναντί της. Βέβαια, για να μην είμαι άδικος, το σενάριο επιτρέπει ηθελημένα αυτή την ανισότητα για να δημιουργήσει και την ηθογραφική εξήγηση των προβλημάτων του ζευγαριού, οπότε ίσως και η ερμηνεία του DiCaprio να αποτελεί κατόρθωμα. Ειρωνικά πέρα από την παρασκηνιακή σημασία του ζευγαρώματος των δύο ηθοποιών, ίσως εν τέλει ο DiCaprio να ήταν και η κατάλληλη επιλογή για τον ρόλο αυτό .



ΥΓ 1. Η λατρεία μου για την Winslet ξεπερνά πολλά όρια, αλλά προκαλώ τον οποιονδήποτε να με διαψεύσει για τα λεγόμενά μου εν προκειμένω.

ΥΓ 2. Για να μην το παρακάνω κι έχοντας υπ' όψιν το ΥΓ 1, δεν έβαλα στο αρχικό κείμενο την επιθυμία μου να δω την Kate να σηκώνει το χρυσό αγαλματάκι της ακαδημίας. Η πορεία της όμως και το γεγονός ότι στις μισές (σχεδόν) πρωταγωνιστικές της ερμηνείες έχει κερδίσει κι από μια υποψηφιότητα, με κάνουν να πιστεύω ότι η στιγμή αυτή που ονειρεύομαι δεν θα αργήσει πολύ. Δεν ξέρω για φέτος βέβαια...αναμένω και το The Reader!

ΥΓ 3. Σημαντικότερο υστερόγραφο σ' αυτό το πλαίσιο όμως είναι η εξαιρετική ερμηνεία στο δεύτερο ρόλο του Michael Shannon, που αν και εμφανίζεται σε δύο σκηνές μόνο, καταφέρνει να κλέψει την παράσταση με την προσωποποίηση ενός ψυχικά διαταραγμένου ανθρώπου, που δείχνει να κατανοεί τα ρεύματα της κοινωνίας και να αποστασιοποιείται από αυτά, απλώς επειδή δεν θέλει να ζήσει το ίδιο πλασματικά μαζί με τους υποτιθέμενους σώφρονες συνανθρώπους του. Κρίμα που φέτος ανταγωνίζεται τον Heath Ledger, αλλιώς θα τον υποστήριζα σαν το αγαπημένο μου φαβορί για κάθε βραβείο της κατηγορίας αυτής.

Sunday, January 04, 2009

Transporter 3 (2008)

Έχω πολύ ανάμεικτα συναισθήματα για να οργανώσω κείμενο, οπότε αυτή τη φορά ας το κάνουμε ως εξής:

10 Συμπεράσματα βασισμένα στο Transporter 3
1)Το μοντάζ υψηλών ταχυτήτων που κάνει το αδιανόητο να μοιάζει πιστευτό, και τον πρωταγωνιστή να στέκει στο μέσο του κόσμου, έχει γίνει πλέον επιστήμη με λαμπρά αποτελέσματα!

2)Το Battle Royal, πέρασε το στάδιο των αντιγραφών-διασκευών, και πλέον ανοίγει τη δική του σχολή κινηματογράφου!

3)Το καλό που έκανε ο Ang Lee στον κινηματογράφο ξεπερνά τη σκηνοθετική του προσφορά, και οι Ασιάτες χορογράφοι πολεμικών τεχνών έχουν ΔΙΚΑΙΩΣ χεστεί στο τάλιρο! (ας μου επιτραπεί η έκφραση)

4)Οι γυναίκες-γλάστρες στις περιπέτειες μάλλον έχουν ξεπέσει πολύ!

5)Κι όταν μάλιστα τα γκάζια περιορίζονται κι οι σεναριογράφοι στρέφονται περισσότερο στο γυναικείο κοινό, δίνοντας εξόφθαλμα steamy σκηνές στον "παίδαρο" πρωταγωνιστή, μάλλον θα αρχίσουμε να αναθεωρούμε τα όρια του chick-flick σιγά σιγά.

6)Μαφιόζοι, τρομοκράτες και οικονομικοί εγκληματίες εξαφανίζονται και η μόδα θέλει πλέον κακούς με "οικολογικές βλέψεις", στο πλαίσιο των δικών τους συμφερόντων πάντα!

7)Αν όντας ηθοποιός έχεις στο βιογραφικό σου μερικές "προφορές", όλο και σε καμιά περιπέτεια θα χωθείς. Με το παγκοσμιοποιημένο είδος, σε κάθε ταινία, από τον Αμερικάνο χωριάτη μέχρι τον Πακιστανό, κανείς δεν μένει παραπονεμένος, αρκεί να προσαρμόζει στη μητρική του τα Αγγλικά!

8)Το κυνήγι του "λάθους" και του "φυσικά αδιανόητου" δεν ήταν ποτέ τόσο διασκεδαστικό!

9)Ο MacGyver ζει!!!!

10)Η σεναριακή επιτυχία του Transporter 1 αποδεικνύεται μάλλον συγκυριακή!



Πάντως συγκεντρωτικά για να μην παρασυρθείς από τα διφορούμενα -σε φάσεις- αρνητικά/θετικά σχόλια έχω να πω ότι δε χρειάζεται να βιαστείς να τη δεις στο σινεμά, εκτός κι αν η λαγνεία σου για τον Statham είναι ο μόνος λόγος που θα την έβλεπες ούτως ή άλλως, μιας και σε κλίμακα εντυπωσιασμού αφήνει τα περιθώρια να την απολαύσεις άνετα και στο σπίτι σου, ασχέτως απ' το μέγεθος της οθόνης σου. Αν και ομολογώ ότι μου άφησε καλύτερες εντυπώσεις από το προηγούμενο sequel.

Friday, January 02, 2009

Quantum of Solace (2008)

Πολύ συχνά έχω καταραστεί το hype (τι μόδα κι αυτή πλέον;) για το αδικαιολόγητο φούσκωμα των προσδοκιών για μια ταινία που δεν έχει καν κυκλοφορήσει με αποτέλεσμα την τελική απογοήτευση του κοινού. Ευτυχώς για τον τελευταίο Bond μετά το hype ήρθε μια σειρά από μέτριες κριτικές που αντιστάθμισε λίγο τα πράγματα, κι έτσι σήμερα δύο μήνες σχεδόν μετά την πρεμιέρα της ταινίας στις ελληνικές αίθουσες, την απόλαυσα χωρίς να έχω την παραμικρή προδιάθεση για κάτι συγκεκριμένο.

Δεν θα τη συγκρίνω με την προηγούμενη, γιατί έτσι ξεκινά μια χαώδης σύγκριση με κάθε έναν από τους 21 προηγούμενους Bond που κατά τη γνώμη μου δεν καταλήγει πουθενά. Στην τελική η κάθε ταινία αντιπροσωπεύει πλήρως την εποχή της, κι από τις λίγες που έχω δει δεν μπορώ να πω ότι κάποια έθεσε τον πήχη ξεχωριστά ψηλά για τα δεδομένα που την περιτριγύριζαν ώστε να αξίζει να διακρίνεται από τις άλλες. Κι ακόμα πιο πάγια, καθένας έχει κολλημένο το μυαλό του στον αγαπημένο του Bond κι αυτό δεν νομίζω ότι αλλάζει ποτέ.

Για μένα που ποτέ δεν με άγγιξε ο Bond σαν διασκευή στον αυθεντικό χαρακτήρα του Fleming, έχω να πω ότι το Quantum of solace υπήρξε κάτι παραπάνω από απλή παρηγοριά. Ναι, οι σκηνές δράσεις ήταν περισσότερες απ' ότι στην προηγούμενη, αλλά ποσώς με χάλασε. Ναι, ο Daniel Craig επιστρέφει σε ένα πιο στερεότυπο πρότυπο πράκτορα 007, αλλά ούτε αυτό με χάλασε. Ίσως επειδή κρατάει αγαπημένα στοιχεία του χαρακτήρα, και συγχρόνως δεν φοβάται να απομακρυνθεί από χιλιοειπωμένες catchphrases (βλ. "My name is Bond...James Bond"), κλισέ προτιμήσεις ("Martini...shaken not stirred!"), και ευφάνταστες εφευρέσεις που θαμπώνουν αντί να ανοίγουν τα μάτια.

Για να μην μείνω πολύ στην παγίδα της σύγκρισης, θα αναφέρω ότι ξεκάθαρα ευχαριστήθηκα τις σκηνές δράσεις όσο τίποτα, και θεωρώ εκπληκτικά έξυπνο το μοντάζ που άφηνε τις γρήγορες εναλλαγές να καλύπτουν το "ψεύτικο" της υπόθεσης με περάσματα που δύσκολα ακολουθούσε λεπτομερώς το μάτι. Το ίδιο έξυπνα θεώρησα τον εμπλουτισμό της πλοκής με αρκετά καυστικά αστεία καθώς και με περισσότερο μελό σκηνές -η σκηνοθετική παρέμβαση στην Tosca του Puccini έδεσε εκπληκτικά με το παιχνίδι καταδίωξης της στιγμής... (ίσως) η αγαπημένη μου σκηνή!

Όσο για το Bond Girl κάπως αδιάφορο μου φάνηκε, αλλά το καλό ήταν ότι πέρα από τη σειρά, ήταν περαστική και στην ίδια την ταινία (ή τουλάχιστον αυτή την αίσθηση είχα εγώ, που φχαριστήθηκα υπέρ του δέοντος τον σημαντικότερο, και πάντα εξαιρετικά ερμηνευμένο, ρόλο της Judi Dench ως Μ).



Σε γενικές γραμμές τη βρήκα εντυπωσιακή κι όχι φαντασμαγορική (για καλό το λέω αυτό), και μία καλή συνέχεια για τον πράκτορα που παραμένει αρεστός (αλλά όχι κι αγαπητός) σε μένα.

ΥΓ 1. Η αναβαθμισμένη αναφορά στο χρυσό πτώμα-θύμα του Goldfinger, ήταν απλώς πανέξυπνη και άκρως κατάλληλη για τη σκηνή και την κατάρα του Bond σαν χαρακτήρα!

ΥΓ 2. Ο David Arnold μάλλον ζήλεψε τον -πολύ αγαπημένο μου- Gustavo Santaolalla στην σκηνή της ερήμου, αλλά τον συγχωρώ, γιατί μπορεί η δική του μουσική "Babel" να μην ήταν και τόσο εμπνευσμένη, αλλά ήταν αρκούντως καλή!

ΥΓ 3. Ναι εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο Paul Haggis "τα σπάει" σαν σεναριογράφος!


ΥΓ 4. ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ! ! !

Wednesday, December 31, 2008

Διαβάζω περασμένα ποστ, και πέρα από την κινηματογραφική σαιζόν, βλέπω πως καθρεπτίζουν τη χρονιά σε όλες τις περιόδους της. Σχέδια που πέτυχαν κι άλλα που δεν έγιναν ποτέ. Μερικά απλώς παίρνουν παράταση μέχρι να τα βρει ο καιρός τους.

Ένας άνθρωπος που αγαπώ πολύ, λέει πως "τον χρόνο τον φτιάχνουμε εμείς". Και συμφωνώ απόλυτα. Απόψε όμως, για λίγες στιγμές, θα αφήσω τον χρόνο να με παρασύρει στο δικό του ταξίδι. Θα μετρήσω μαζί του ανάποδα και θα μηδενίσω όλα αυτά που πέρασαν και άφησαν το δικό τους σημάδι. Και σε μια στιγμή, θα νοιώσω καινούργιος... όσο μια ταινία που την έχεις ξαναδεί, αλλά εξακολουθείς να πιστεύεις πως το τέλος θα έρθει διαφορετικά. Κι άλλη μια χρονιά θα προσπαθώ να πιστεύω πως το τέλος θα αλλάξει. Κι ίσως φέτος τα καταφέρω. Οι ταινίες αντέχουν στο χρόνο γιατί αλλάζουν μαζί του.

Όλα εκείνα που δεν θα αλλάξουν τα ξεχνάω για λίγο. Κι ας έρθουν να με τρομάξουν στην ώρα τους. Στις σκηνές που ξεχνάς να θυμηθείς πως σε τρομάζουν, μόνο και μόνο γιατί στο τέλος τους τα μάτια σου άνοιγαν πάλι ατρόμητα.

Καλή προβολή!!!


Monday, December 29, 2008

In a lonely place (1950)

Βασισμένο αμυδρά στο ομότιτλο βιβλίο της Dorothy Hughes, το In a lonely place, αποτελεί μια πρωτότυπη, για την εποχή, μείξη των μελοδραμάτων με τα φιλμ-νουάρ θρίλερ, και παρόλο που αυτό στάθηκε εμπόδιο σε ένα καλύτερο marketing που θα απέτρεπε την εμπορική του αποτυχία, σήμερα θεωρείται ένας από τους βασικούς λόγους που κάνει την ταινία ανεξίτηλα κλασσική. Βέβαια σημαντικό ρόλο σ' αυτό έπαιξε και η δυναμική παρουσία του Bogart σε μία από τις πιο ανατρεπτικές ερμηνείες της καριέρας του. (Πολλοί θεωρούν το όσκαρ που ήρθε δύο χρόνια αργότερα με το African Queen, σαν καθυστερημένη βράβευση αυτής της ερμηνείας).

Με το ρόλο ενός σεναριογράφου που αναζητά τη χαμένη του έμπνευση, μας δίνεται μια ξεκάθαρη ματιά πίσω από τον επιφανειακά αστραφτερό κόσμο του Hollywood, απ' όπου και ξεκινά μια σεναριακή αναζήτηση των ορίων της ανθρώπινης βιαιότητας και μισαλλοδοξίας. Η επιτυχία της αναζήτησης αυτής έρχεται περισσότερο για να παρασύρει τον ίδιο το θεατή να παίξει με τα δικά του όρια και να αναγνωρίσει τον εαυτό του στους πρωταγωνιστές και το αντίστροφο. Με μια παρόμοια εσωστρεφή προσέγγιση το σενάριο αυτοσαρκάζει την ύπαρξη του χρησιμοποιώντας το σχετικό ρόλο του Bogart, και έτσι απενοχοποιείται κι από τις κατηγορίες που το θέλουν να ξεφεύγει από τις προθέσεις του πρωτότυπου βιβλίου.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως για το θεατή, έρχεται με την εισαγωγή ενός δεύτερου επιπέδου πλοκής η οποία ακολουθεί το μυστήριο ενός φόνου, περιπλέκει τους χαρακτήρες ηθογραφικά, και ανατρέπει σε απροσδιόριστο βαθμό τις εντυπώσεις που πρέπει να αφήνει ο "ήρωας" μιας ταινίας. Στο πλαίσιο αυτό πατά και η τρομακτικά σκοτεινή σκηνοθεσία του Nicholas Ray, που εγκλωβίζει όλες τις αντίρροπες δυνάμεις της ταινίας στον ίδιο χώρο, για να μεγιστοποιήσει τις ερμηνευτικές εντάσεις και τα ηθογραφικά ξεσπάσματα ώστε να μην αφήνουν ασυγκίνητο κανένα.



Τα εύσημα βέβαια αρμόζουν και στη Gloria Grahame που αποτελεί την ευαίσθητη δύναμη της ταινίας, και αναδεικνύει περισσότερο τις αντιθέσεις στο ρόλο του Bogart, ανάγοντας τον στον ιδανικό αντι-ήρωα. Η ερμηνεία της, αν και συζητήθηκε περισσότερο υπό τη σκοπιά των προβλημάτων που είχε η ίδια με τον σύζυγο και σκηνοθέτης της ταινίας, Ray, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ για την δυναμική της, που της επέτρεψε να σταθεί εξαίσια στο κινηματογραφικό ταίρι της με τον Bogart.

ΥΓ. Το In a lonely place άνοιξε εξαίσια το θέμα του παρασκηνίου της δημοσιότητας το 1950, την ίδια χρονιά που ακολούθησαν αντίστοιχα αριστουργήματα όπως το Sunset Blvd, και το All About Eve.

ΥΓ 2. Σε δήλωση του για την αισθητική της νέας του ταινίας "Los Abrazos Rotos", ο Pedro Almodovar ανέφερε ότι θα είναι εμπνευσμένη από την αντίστοιχη αισθητική του In a lonely place και του The Bad and the Beautiful, κάτι που μου δίνει έναν επιπλέον λόγο να ανυπομονώ για την κυκλοφορία της στις αίθουσες.



Sunday, December 28, 2008

Viva Pedro Special - Μέρος 4ο - Η κλασσική εποχή

Το 1985 η ισπανική τηλεόραση ανέθεσε στον Almodóvar να σκηνοθετήσει μια ιστορία του που θα παιζόταν στην εκπομπή "La edad de oro" (Η χρυσή Εποχή), που παρουσίαζε η κριτικός Paloma Chamorro. Ο ίδιος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και δημιούργησε μια δραματική ιστορία αγάπης και χωρισμού, συμπληρωματική του ¿Qué he hecho yo para merecer esto! που τότε συνέχιζε να κάνει ρεκόρ εισιτηρίων στα ταμεία. Το Tráiler para amantes de lo prohibido (1985) αποτέλεσε μία kitsch επιτομή και φόρο τιμής στις τελενοβέλες των 2 προηγούμενων δεκαετιών. Με εναλλαγή τραγελαφικών διαλόγων και αγαπημένων τραγουδιών bolero, δημιουργεί μια ιστορία που επιδιώκει αποκλειστικά να είναι διασκεδαστική, και το καταφέρνει. Οργανωμένη σε "πράξεις" παρουσιάζεται στα μέτρα ενός θεατρικού μιούζικαλ, που στιγματίζεται έντονα από τις χαρακτηριστικές εκκεντρικότητες του σκηνοθέτη. Την παράσταση κλέβει η Bibí Andersen που κατέχει μερικούς ακόμα περαστικούς, άλλα άκρως ενδιαφέροντες ρόλους στο συνολικό έργο του Almodóvar, κι εδώ ερμηνεύει το τραγούδι-κλειδί της υπόθεσης "Soy lo prohibido"(Είμαι το απαγορευμένο).



Με την μεγάλη διεθνή επιτυχία του ¿Qué he hecho yo..., ο Almodóvar αισθάνθηκε την ανάγκη να στραφεί σε ένα διαφορετικό είδος κινηματογράφου που θα τον βοηθούσε να αναδείξει περισσότερο τις συγγραφικές και σκηνοθετικές του ικανότητες, καθώς και να ασχοληθεί με τομείς της ισπανικής κοινωνίας που έχουν εθνική ταυτότητα, αλλά καταλήγουν να αφορούν τους πάντες μέσω της πανανθρώπινης εξάρτησης στην ηδονή. Το μέσο αυτό θα τον οδηγούσε στην καθιέρωση μιας δικής του υβριδικής κινηματογράφησης, που έκτοτε θα αποτελέσει σήμα κατατεθέν, και θα του δώσει το πάτημα να αρχίσει στα μισά της καριέρας του, ένα συμπληρωματικό οπισθοδρομικό ταξίδι στην φιλμογραφία που τον έκανε γνωστό, δοσμένο εκ νέου κάτω από το καθιερωμένο πλέον αλμοδοβαρικό στίγμα.

Matador (1986)
Στην απαρχή λοιπόν, μιας περισσότερο κλασσικής, για τον ίδιο, εποχής, πιάνεται από το θέμα της ταυρομαχίας για να περάσει συμβολικά σε κάθε ερωτικό παιχνίδι που καταλήγει θυσία (συναισθηματική αλλά και σαρκική) στο βωμό της διεστραμμένης απόλαυσης. Ο αυνανισμός του ταυρομάχου μπροστά σε μια οθόνη γεμάτη από gore σκηνές θέτει το σαδιστικό κλίμα εξ' αρχής. Στο κλίμα αυτό αναπτύσσονται οι βασικές κινητήριες δυνάμεις της ταινίας, που χρησιμοποιούν τα μυστικά και τους ανολοκλήρωτους πόθους για να δημιουργήσουν χαρακτήρες πιόνια - έρμαια στο παιχνίδι τους, την ίδια στιγμή που μια ανώτερη υπερφυσική δύναμη τους ξεσκεπάζει και τους "ευλογεί" με την καταδίκη τους. Το αγαπημένο θέμα της θρησκείας, εμπλουτίζεται με τη σκοτεινή πλευρά του σεξ και της σαρκικής απελευθέρωσης μέσω της σωματικής καταστροφής, με τους ήρωες να πλέκουν ένα σχεδόν μυθικό θρίλερ, από ερωτικές "μάχες" που καταλήγουν σε θάνατο κι από σκοτεινές επιθυμίες που παραμένουν απωθημένα μιας αδύνατης "νίκης". Αναμφισβήτητα η πιο σκοτεινή ταινία του Almodóvar και η πρώτη στην οποία σκηνοθετεί τόσο γραφικές σαρκικές σκηνές πάθους. Στο Matador μοιράζεται για πρώτη φορά τη σεναριακή επιτυχία με τον Jesus Ferrero. Εδώ συναντάμε και μία από τις πιο ολοκληρωμένες ερμηνείες του (μόλις 26 χρόνων τότε) Antonio Banderas.



Ο Almodóvar σχολιάζοντας την ταινία είπε "Οι Ισπανοί σέβονται τον κόσμο των ταυρομαχιών ακόμα περισσότερο κι από τη Θρησκεία. Δοθείσης της ευκαιρίας θα καταδίκαζαν πιο εύκολα ένα ταυρομάχο, παρά τον ιδρυτή της Opus Dei".

Το 1986 ο Pedro μαζί με τον αδελφό του Agustín, εκμεταλλεύονται το νόμο της Pilar Miró που επέτρεπε στους κινηματογραφιστές να ζητούν μέχρι και 50% κάλυψη των εξόδων τους από το κράτος, και ιδρύουν τη δική τους εταιρία παραγωγής την El Deseo, που έκτοτε παράγει κάθε ταινία του Pedro, και πιο πρόσφατα ταινίες άλλων ανεξάρτητων Ισπανών δημιουργών.

Το Matador μπορεί να γνώρισε μεγάλη διεθνή επιτυχία, αλλά στην Ισπανία έγινε δεκτό με ανάμεικτες κριτικές. Για το λόγο αυτό στην επόμενη ταινία του, θέλησε να επιστρέψει σ' αυτό που ήξερε να κάνει καλά, στο μελόδραμα, χωρίς όμως να απαρνηθεί και τις εξελιγμένες σκηνοθετικές του μεθόδους.

La ley del deseo (1987)
Έτσι για άλλη μια φορά ρίχνεται στην κυνήγι των κρυφών πόθων του ανθρώπου, με κυρίαρχες ομοφυλοφιλικές παρεμβάσεις, αυτή τη φορά αντικαθιστώντας την τύχη με τη μοίρα, σαν παράγοντα ευτυχίας, παρουσία των αγαπημένων συγκυριών, που ενώνουν τις υπο-ιστορίες του, πάντα, σε ένα τραγικό ντελίριο συναισθημάτων και καταστάσεων. Το Movida μοιάζει να αναβιώνει εδώ, σαν μια καλλιτεχνική κατάρα, την ίδια στιγμή που το Ne Me Quitte Pas γίνεται πλέον η σπαρακτική επένδυση, στη θέση των -τότε- πανκ ξεσπασμάτων. Για πρώτη φορά ξεγυμνώνει τόσο κυνικά την μοναξιά που ακολουθεί τη χρήση των ναρκωτικών και του ανούσιου σεξ, και παρουσιάζει ένα κόσμο τόσο κατεστραμμένο από τη συναισθηματική εκμετάλλευση, που είναι έτοιμος να αγκαλιάσει τις αποτυχίες του, απλώς γιατί είναι το μόνο που του απομένει. Ακόμα κι αν αυτό τον αναγκάζει να πορεύεται με το μοναδικό νόμο που βολεύει τις πληγωμένες καρδιές...το νόμο του πάθους! Ο Almodóvar αντιμετώπισε τεράστια προβλήματα μέχρι να βρει το άνοιγμα για την έξοδο της ταινίας στις αίθουσες, και γι' αυτό η επιτυχία του την ανάγει σε μία από τις σημαντικότερες ανεξάρτητες ταινίες του νεότερου ισπανικού κινηματογράφου. Ευτυχώς η κυκλοφορία της μας χάρισε μερικές εξαιρετικές ερμηνείες, πέραν της σκηνοθετικής και σεναριακής αλμοδοβαρικής ιδιοφυίας πίσω από το σύγχρονο φιλμ-νουάρ αυτό, ανάμεσα στις οποίες η "μανιακή προσέγγιση" στο σχιζοφρενικό ρόλο του Antonio Banderas, η πρώτη εμφάνιση της ανεκδιήγητα καλτ Rossy de Palma, και η πολυεπίπεδη ερμηνεία της Carmen Maura -που σήμερα θα θεωρούταν οσκαρική- που χάρη στη φύση της την ανέδειξε έκτοτε σε ένα από τα δημοφιλέστερα gay icons της Ισπανίας.



Στο επόμενο: Viva Pedro Special - Μέρος 5ο - Η καταξίωση και η διεθνής αναγνώριση!