Thursday, June 12, 2008

Picnic at Hanging Rock (1975)

"What we see and what we seem, are but a dream...a dream within a dream!"

Ξεκίνησε με το βιβλίο της Joan Lindsay το 1967, και η περιγραφή για το τι συνέβη πραγματικά στα κορίτσια του οικοτροφείου Appleyard, άρχισε να περνά από την σφαίρα της φαντασίας, στην πραγματικότητα, και μετά πάλι πίσω στην φαντασία. Δεν χρειάστηκε πολύ σούσουρο για να τραβήξει την προσοχή του ονειροπώλου αυστραλού σκηνοθέτη Peter Weir, για να φτιάξει την δική του εκδοχή της ιστορίας.

Κι αν μέχρι στιγμής η ιστορία των χαμένων κοριτσιών αποτελούσε έναν αμφίβολο αστικό μύθο και ένα διήγημα, ο Weir με την ταινία του συγκεντρώνει κορυφαίες μορφες τέχνης, για να δημιουργήσει την μυστικιστική-παγανιστική ατμόσφαιρα που απέπνεε το βιβλίο, κι ονειρευόταν κι ο ίδιος.

Η πολυβραβευμένη φωτογραφία του Russell Boyd γεμίζει με ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα τα κάδρα, και θέτει τις κατάλληλες συνθήκες για την προβολή του εγκλωβιστικού καλέσματος της φύσης. Το δάσος γύρω από τον βράχο, χρωματίζεται σαν να είναι ζωντανό, ενώ τα μικρά φυτά μοιάζουν να αγκαλιάζουν τις κινήσεις των ανθρώπων, και να καθοδηγούν τα βήματά τους, βαθύτερα στον κυκεώνα της αναζήτησης από περιέργεια, ή απλή διαίσθηση του πραγματικού προορισμού.

Η δεμένη αλλά πολυσυλλεκτική σκηνοθεσία, πλάθει σταδιακά τον κόσμο που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το πραγματικό μέρος του ανεξήγητου γεγονότος, αλλά συγχρόνως με την παρουσία των αιθέριων λευκοντυμένων παρθένων, φαντάζει σαν το ονειρικό σκηνικό ενός πίνακα ζωγραφικής που ζωντανεύει μποροστά στα μάτια μας. Η γέννηση κι ο βιασμός της Αφροδίτης, οι νύφες που χορεύουν γύρω της, ανάμεσα στα δέντρα, ο Μποτιτσέλι κι οι αγγελοί του, και όλα ξαφνικά μας παρουσιάζονται για πρώτη φορά.



Η μουσική επένδυση πλαισιώνει την κάθε κίνηση προς την ολοκληρωτική παράδοση στην φύση, προσδίδοντας το βάθος μιας θρησκευτικής τελετής, ενώ τα ξεσπάσματα των εγχόρδων, είναι αρκετά για να σπείρουν τον τρόμο, όταν τα ουσιαστικά ερωτηματικά της ταινίας παρουσιάζονται και ζητούν από εμάς μιαν απάντηση.

Τα πρόσωπα όμως των τραγικών μορφών της υπόθεσης, είναι αυτά που σχηματίζουν τους πραγματικούς γρίφους, με το να μένουν ανέκφραστα στα παράξενα καλέσματα, σαν να γνωρίζουν τι πρόκειται να τους συμβεί, ή σαν να ξέρουν τι δεν περνά από το χέρι τους να αλλάξουν. Στους εναλλασσόμενα αργούς ρυθμούς της ταινίας άλλωστε γεννιούνται τα όνειρα, και το αληθινό παραχωρεί την θέση του στο φανταστικό, που γίνεται η πηγη των αναδρομικών και συνεχώς επανεμφανιζόμενων ερωτημάτων.

Μέσα σ'αυτό τον φαινομενικά απέραντο κόσμο, οι χαρακτήρες δένονται σε ένα ανθρώπινο γαιτανάκι, με τα συναισθήματα να διασταυρώνονται, και τις κινήσεις των σωμάτων να πέρνουν προκαθορισμένες κατευθύνσεις, μέχρι να σχηματιστεί, ο κορμός των ανεξιχνίαστων υποθέσεων της ταινίας, που θα οδηγούσε σταδιακά στην εμφανισή μιας ολόκληρης παραφιλολογίας εξηγήσεων που ξεκινά από το ανθρώπινο έγκλημα μέχρι την εξωγήινη παρέμβαση.

"Everything begins and ends at the exactly right time and place."

ΥΓ. Η αυτοκτονία της Rachel Roberts λίγα χρόνια μετά την προβολή της ταινίας, προσδίδει σήμερα ένα ολόκληρο τραγικό νέο επίπεδο στην στοιχειωτική εικόνα στο κλείσιμο αυτής της ταινίας, όπου τα πάντα έχουν την δική τους ζωή και τον δικό τους σκοπό, ενώ τίποτα δεν μένει μόνο του χωρίς να συνδέεται με κάτι άλλο.

ΥΓ 2. Η ταινία αποτελεί την πρώτη (και ίσως σημαντικότερη) Αυστραλιανή εξαγωγή στον χώρο του κινηματογράφου, την ίδια στιγμή που ο σκηνοθέτης της, Weir, αποτέλεσε έναν από τους πρωτομάστορες του Αυστραλιανού Νέου Κύματος.

1 comment:

kioy said...

Πραγματικά σπουδαία ταινία και πολύ ωραία η αναφορά σου...

Νομίζω πως πίσω από αυτό το αψεγάδιαστο εικαστικό κομμάτι της βρίσκεται μια ηχηρή δήλωση για την απροσδιόριστη ομορφιά στην πιο αφηρημένη της μορφή...